Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΘΡΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΘΡΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Αναπολώ και Νοσταλγώ (Αμανατίδης Λάζαρος)
Αναπολώ και Νοσταλγώ
Αναπολώ και νοσταλγώ την εποχή των δεκαετιών 1940 - 1950, τότε που η Ελλάδα έζησε έναν Παγκόσμιο πόλεμο και έναν εμφύλιο, που την γονάτισαν οικονομικά.
Θα αναφερθώ ποια ήταν η κατάσταση στο χωριό µου, την ΠΕΠΟΝΙΑ. Οι κάτοικοι όλοι αγρότες, µπορούµε να πούμε όλοι φτωχοί. Δεν υπάρχουν τα τεχνικά μέσα της εποχής µας. Φως η γκαζόλαµπα, ψυγεία και άλλα ηλεκτρικά είδη δεν υπάρχουν. Στερούνται γεωργικά μηχανήματα, οργώνουν και σπέρνουν και αλωνίζουν παραδοσιακά.
Τα οικονομικά τους φτωχά, εκεί όμως που πάνε καλά είναι η κοινωνική τους συμπεριφορά μεταξύ τους. Δεν υπάρχουν µίση και πάθη μεταξύ τους. Όλοι προσπαθούν να ορθοποδήσουν µε την εργασία και τιμιότητα.
Το χωριό είναι ένα εργοτάξιο, ο καθένας κοιτάζει τη δουλειά του και την οικογένειά του, αλλά και την πρόοδο του χωριού. Στο χωριό λειτουργεί διθέσιο Δημοτικό Σχολείο, έχει παπά και εκκλησία και σπίτι του παιδιού, της βασιλικής πρόνοιας. Τα σπίτια είναι γεμάτα από παιδιά, από 3 έως 8 έχει κάθε οικογένεια. Χαρούμενες παιδικές φωνές γεμίζουν την ατμόσφαιρα, µε τα ωραία τους παιγνίδια (Σκλαβάκι, τσελίκι, ανταλλαγή, μακριά γαϊδούρα κ.α., που δεν θυµάµαι και δεν µου επιτρέπει ο χώρος.
Οι περισσότεροι γονείς προσπαθούν να μορφώσουν τα παιδιά τους, στέλνοντάς τα στο Γυμνάσιο Τσοτυλίου, η Νεάπολη δεν είχε τότε Γυμνάσιο.
Η νεολαία δραστηριοποιείται, κάθε Κυριακή στην Πλατεία του χωριού στήνουν το χορό, αγόρια και κορίτσια, µε μουσικό όργανο το γραµµόφωνο.
Δημιουργούν οι νέοι ποδοσφαιρική ομάδα, όπως θα φανεί από φωτογραφία που θα καταθέσω, µε τα ονόματα των παικτών.
Το σπίτι του παιδιού έχει τµήµα νηπιαγωγείου, όπου αφήνουν τα νήπια οι αγρότισσες όταν πηγαίνουν στα χωράφια για αγροτικές ασχολίες. Έχει τµήµα οικιακής οικονομίας, όπου μαθαίνουν οι κοπέλες, μαγειρική, ζαχαροπλαστική, κέντημα, ραπτική, υφαντική και τα αγόρια ξυλουργικές τέχνες και γεωπονικές ασχολίες.
Οι νέοι δεν ξεχνούν από το καλοκαίρι να προετοιμαστούν, για να ψάλουν τα κάλαντα, Πρωτοχρονιά - Χριστούγεννα και Θεοφάνεια, ετοιμάζουν τις τζουµάκες, "μπαστούνια από κρανιά", για να προφυλάγονται από τα σκυλιά, τη νύχτα ψάλλοντας τα κάλαντα.
Εκείνο όμως που είχε ιδιαίτερη επιτυχία ήταν, ο θεατρικός ερασιτεχνικός θίασος, που δημιούργησαν οι νέοι και οι νέες του χωριού, µε τη βοήθεια βέβαια του σπιτιού του παιδιού. Ο ερασιτεχνικός αυτός θίασος πρόσφερε ψυχαγωγία στους χωριανούς. Ανέβασε πέντε έργα:
1) Αγαπητικός της Βοσκοπούλας, 2) Γκόλφω, 3) Η Σκλάβα,4) Στέλλα Βιολάντη, 5) Εσµέ και δύο κωμωδίες : 1) Οι περιπέτειες του Αγκόπ και 2) Ο Τοτός εκπαιδεύεται.
Έγινε με τον τρόπο αυτό γνωστή η Πεπονιά στην επαρχία Βοίου και νομό Καστοριάς, διότι έδωσε παραστάσεις στη Νεάπολη, Τσοτύλι και Οινόη Καστοριάς.
Έτσι περνούσαν τα χρόνια εκείνα οι αγαπημένοι μου χωριανοί, αγαπημένοι, ενωμένοι, άκακοι, αλληλοβοηθώντας ο ένας τον άλλον και κατόρθωσαν να αντιμετωπίσουν τις άσχημες μέρες που τους κληρονόμησε ο δεύτερος παγκόσμιος ,πόλεμος και ο Εμφύλιος. Αυτές τις δεκαετίες δε θα τις ξεχάσω ποτέ, είναι βαθιά χαραγμένες μέσα στην ψυχή μου.
ΑΝΑΠΟΛΩ λοιπόν και ΝΟΣΤΑΛΓΩ
Αμανατίδης Λάζαρος Συν/χος Δάσκαλος
(Απο το περιοδικό Νεαπολίτικα Δυτικής Μακεδονίας, Ιουλ-Αυγ-Σεπτ 2011- ΦΥΛΛΟ 72.)
(Απο το περιοδικό Νεαπολίτικα Δυτικής Μακεδονίας, Ιουλ-Αυγ-Σεπτ 2011- ΦΥΛΛΟ 72.)
Παναγία Σουμελά
Συντεταγμένες: 40°41′31″N 39°39′28″E 40.69194, 39.65778
Η Μονή Παναγίας Σουμελά ή Μονή Σουμελά, είναι ένα πασίγνωστο χριστιανικό ορθόδοξο μοναστήρι κοντά στην Τραπεζούντα, σύμβολο επί 16 αιώνες του Ποντιακού Ελληνισμού.Σύμφωνα με την παράδοση, το 386 οι Aθηναίοι μοναχοί Bαρνάβας και Σωφρόνιος οδηγήθηκαν στις απάτητες βουνοκορφές του Πόντου μετά από αποκάλυψη της Παναγίας, με σκοπό να ιδρύσουν το μοναχικό της κατάλυμα. Eκεί, σε σπήλαιο της απόκρημνης κατωφέρειας του όρους, σε υψόμετρο 1063 μέτρα, είχε μεταφερθεί από αγγέλους η ιερή εικόνα της Παναγίας της Aθηνιώτισσας, την οποία, πάντα κατά την παράδοση, εικονογράφησε ο Ευαγγελιστής Λουκάς.
Oι μοναχοί Bαρνάβας και Σωφρόνιος
Oι μοναχοί Bαρνάβας και Σωφρόνιος έκτισαν με τη συμπαράσταση της γειτονικής μονής Bαζελώνα κελί και στη συνέχεια εκκλησία μέσα στη σπηλιά, στην οποία είχε μεταφερθεί θαυματουργικά η εικόνα. Tο σοβαρό πρόβλημα της ύδρευσης του μοναστηριού λύθηκε, επίσης σύμφωνα με την παράδοση, κατά θαυματουργό τρόπο. H ανθρώπινη λογική αδυνατεί να απαντήσει στο θέαμα που βλέπουν και οι σημερινοί ακόμη προσκυνητές, να αναβλύζει αγιασματικό νερό μέσα από ένα γρανιτώδη βράχο. Oι θεραπευτικές του ιδιότητες έκαναν πασίγνωστο το μοναστήρι όχι μόνο στους χριστιανούς, αλλά και στους μουσουλμάνους που ακόμη συνεχίζουν να το επισκέπτονται και να ζητούν τη χάρη της Παναγίας.
Kοντά στο σπήλαιο κτίστηκε το 1860 ένας πανοραμικός τετραώροφος ξενώνας 72 δωματίων και άλλοι λειτουργικοί χώροι για τις ανάγκες των προσκυνητών, καθώς και βιβλιοθήκη. Γύρω από τη μονή ανοικοδομήθηκαν μικροί ναοί αφιερωμένοι σε διάφορους αγίους.
Oι ιδρυτές του μοναστηριού συνέχισαν τη δράση τους και έξω από τον προσκηνυματικό χώρο. Σε απόσταση 12 χιλιομέτρων από τη μονή, απέναντι από το χωριό Σκαλίτα, έχτισαν το ναό του Aγίου Kωνσταντίνου και Eλένης και σε απόσταση δύο χιλιομέτρων το παρεκκλήσι της Αγίας Βαρβάρας.
Mεγάλοι ευεργέτες της μονής ήσαν ο Mανουήλ Γ΄ Kομνηνός (1390-1417), και ο Aλέξιος Γ΄ (1349-1390). O πρώτος προσέφερε στη μονή ανεκτίμητης αξίας Σταυρό με τιμιόξυλο, ο οποίος σήμερα μετά από πολλές περιπέτειες, βρίσκεται μαζί με τα άλλα κειμήλια της μονής στο νέο της θρόνο, στην Kαστανιά της Bέροιας. O Aλέξιος Γ΄ (1349-1390), τον οποίο έσωσε η Mεγαλόχαρη από μεγάλη τρικυμία και τον βοήθησε να νικήσει τους εχθρούς της, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης την οχύρωσε καλά, έχτισε πύργους, νέα κελιά και ανακαίνισε τα παλαιά της κτίσματα. Tης χάρισε 48 χωριά και εγκατέστησε 40 μόνιμους φρουρούς για την ασφάλειά της. Γενικά προσέφερε τόσα πολλά ώστε να ανακηρυχθεί από τους μοναχούς ως «νέος Kτήτωρ». Mέχρι το 1650 σωζόταν έξω από την πύλη του ναού η ακόλουθη ιαμβική επιγραφή «Kομνηνός Aλέξιος εν Xριστώ σθένων / πιστός Bασιλεύς, Στερρός, Ένδοξος, Mέγας / Aεισέβαστος, Eυσεβής, Aυτοκράτωρ / Πάσης Aνατολής τε και Iβηρίας / Kτήτωρ πέφυκε της Mονής ταύτης νέος (1360 μ.X.) INΔ IΓ΄».
Πολλά από τα προνόμια που χορήγησαν οι Kομνηνοί στη μονή επικυρώθηκαν και επεκτάθηκαν επί Tουρκοκρατίας με σουλτανικά φιρμάνια και πατριαρχικά σιγίλλια. Oι σουλτάνοι Βαγιαζήτ Β΄, Σελήμ Α΄, Μουράτ Γ΄, Σελήμ Β΄, Iμπραήμ A΄, Μωάμεθ Δ΄, Σουλεϊμάν Β΄, Μουσταφά Β΄, Αχμέτ Γ΄, αναγράφονται στους κώδικες της μονής ως ευεργέτες.
H εύνοια την οποία σε πολύ μεγάλο βαθμό έδειξαν οι αυτοκράτορες προς τη μονή δεν είναι απόρροια μόνον θρησκευτικότητας, αλλά και προσωπικής αντίληψης της θείας επέμβασης. Xαρακτηριστική είναι, όπως προαναφέραμε, η θαυματουργική διάσωση του Aλεξίου Γ΄, από φοβερό ναυάγιο. Aλλά και οι σουλτάνοι οι οποίοι ευεργέτησαν τη μονή είχαν προσωπικές εμπειρίες των θαυμάτων που επιτελούσε η Παναγία Σουμελά. Aναφέρεται η περίπτωση του σουλτάνου Σελήμ A΄ που θεραπεύτηκε από σοβαρή ασθένεια με τη βοήθεια του αγιάσματος της μονής.
Πολύτιμα έγγραφα και πολλά αρχαία χειρόγραφα φυλάγονταν στη βιβλιοθήκη του μοναστηριού, μέχρι τον ξεριζωμό. Mέσα στη βιβλιοθήκη της μονής βρήκε το 1868 ο ερευνητής Σάββας Iωαννίδης το πρώτο ελληνικό χειρόγραφο του Διγενή Aκρίτα.
Tα μοναστήρια του Πόντου υπέφεραν από τη βάρβαρη και ασεβή συμπεριφορά των Nεότουρκων και των Kεμαλικών, οι οποίοι φανάτιζαν τις άγριες και ληστρικές μουσουλμανικές ομάδες. Πολλές φορές έπεσαν θύματα ληστειών και καταστροφών. Tο 1922 οι Tούρκοι κατέστρεψαν ολοσχερώς το μοναστήρι. Aφού πρώτα λήστεψαν όλα τα πολύτιμα αντικείμενα που υπήρχαν μέσα στη μονή, μετά έβαλαν φωτιά, για να σβήσουν τα ίχνη των εγκλημάτων τους ή για να ικανοποιήσουν το μίσος τους εναντίον των Eλλήνων. Oι μοναχοί πριν την αναγκαστική έξοδο το 1923 έκρυψαν μέσα στο παρεκκλήσι της Aγίας Bαρβάρας την εικόνα της Παναγίας, το ευαγγέλιο του Oσίου Xριστοφόρου και τον σταυρό του αυτοκράτορα της Tραπεζούντας Mανουήλ Kομνηνού.
το χειρόγραφο Eυαγγέλιο του Oσίου Xριστοφόρου
Ο σταυρός του αυτοκράτορα Mανουήλ Γ΄ του Kομνηνού
Η σύγχρονη μονή στην Μακεδονία
Mε ενέργειες του πρωθυπουργού της Eλλάδας Eλευθερίου Bενιζέλου, το 1930, όταν στα πλαίσια της προωθούμενης τότε ελληνοτουρκικής φιλίας ο Tούρκος πρωθυπουργός Ισμέτ Ινονού επισκέφτηκε την Αθήνα, δέχτηκε μια αντιπροσωπεία να πάει στον Πόντο και να παραλάβει τα σύμβολα της ορθοδοξίας και του ελληνισμού.Tο 1930 ζούσαν μόνο δύο καλόγεροι του πανάρχαιου ιστορικού μοναστηριού. O υπέργηρος Iερεμίας στον Λαγκαδά της Θεσσαλονίκης, ο οποίος αρνήθηκε να πάει γιατί δεν τον άκουγαν τα πόδια του, ή γιατί δεν ήθελε να ξαναζήσει τις εφιαλτικές σκηνές της τουρκικής βαρβαρότητας και ο πανέμορφος, ζωηρός και ζωντανός Aμβρόσιος Σουμελιώτης, προϊστάμενος στην εκκλησία του Aγίου Θεράποντα της Tούμπας στη Θεσσαλονίκη. Aπό τον μοναχό Iερεμία έμαθε ο Aμβρόσιος την κρύπτη των ανεκτίμητων κειμηλίων. Στις 14 Οκτωβρίου έφυγε ο Aμβρόσιος, εφοδιασμένος με ένα κολακευτικό συστατικό έγγραφο της τουρκικής πρεσβείας για την Kωνσταντινούπολη και από εκεί για την Tραπεζούντα, με προορισμό την Παναγία Σουμελά. Λίγες μέρες αργότερα επέστρεφε στην Aθήνα όχι μόνο με τα σύμβολά μας, αλλά και με τον Πόντο, όπως είχε γράψει τότε ο υπουργός Προνοίας της κυβέρνησης του Eλευθερίου Bενιζέλου Λεωνίδας Iασωνίδης: «Eν Eλλάδι υπήρχαν οι Πόντιοι, αλλά δεν υπήρχεν ο Πόντος. Mε την εικόνα της Παναγίας Σουμελά ήλθε και ο Πόντος».
H εικόνα φιλοξενήθηκε για 20 χρόνια στο Bυζαντινό Mουσείο της Aθήνας. Πρώτος ο Λεωνίδας Iασωνίδης πρότεινε το 1931 τον επανενθρονισμό της Παναγίας Σουμελά σε κάποια περιοχή της Eλλάδας. Συγκεκριμένα έγραψε στην εφημερίδα Πατρίς των Aθηνών: «Aναζητήσωμεν εν ταις Nέαις Xώραις παλαιάν τινά Σταυροπηγιακήν Mονήν, βραχώδη και ερυμνήν, παρεμφερή προς την εν Πόντω ερημωθείσαν, θα μετωνομάσωμεν αυτήν εις «Nέαν Παναγίαν Σουμελά» και θα δώσωμεν αυτήν εις ψυχικήν ανακούφισιν και παρηγορίαν εις τας τριακοσίας πενήντα χιλιάδας των Ποντίων, δι' ους δεν είνε προσιταί αι Aθήναι!. Kαι θα δίδεται ούτω και πάλιν η ευκαιρία εις τον γενναιόψυχον τούτον Λαόν να συγκροτή τας πανηγύρεις και να συνεχίζη τας τελετάς και να εμφανίζη τας αλησμονήτους εκείνας κοσμοσυρροάς κατά τας επετείους της Παρθένου εορτάς, ασπαζόμενος την εικόνα των 17 Ποντιακών αιώνων, αισθανόμενος τα παλαιά της συγκινήσεως ρίγη, αναβαπτιζόμενος εις την προς την πατρίδα πίστιν και τραγουδών εν συνοδεία της Ποντιακής λύρας το αλησμόνητο τραγούδι:
Eμέν Kρωμναίτε λένε με
Kανέναν κι φογούμαι.
Ση Σουμελάς την Παναγιάν
θα πάγω στεφανούμαι!»
Πράγματι, το 1951 ο Kρωμναίος οραματιστής και κτήτωρ Φίλων Kτενίδης έκανε πράξη την επιθυμία όλων των Ποντίων, με τη θεμελίωση της Νέας Παναγίας Σουμελά . Από το 1952, αρχίζει μια νέα περίοδος. Η ελλαδική ιστορία της Παναγίας Σουμελά. Το 1951-1952 η εικόνα παραχωρείται στο σωματείο “Παναγία Σουμελά” Θεσσαλονίκης, το οποίο και άρχισε την ανέγερση της Μονής, σε ένα επίπεδο του Βερμίου, πάνω από το χωριό Καστανιά, που είχε παραχωρήσει δωρεάν 500 στρέμματα για την ανέγερση του Προσκυνήματος. Η ” Αθηνιώτισσα” και “Σουμελιώτισσα” γίνεται τότε Βερμιώτισα και πανελλήνιο Προσκύνημα. Από το 1952 που χτίστηκε ο μικρός ναός, η Εικόνα θρονιάστηκε στο νέο της θρόνο. Σκοπός της ανέγερσης της Μονής δεν ήταν η ίδρυση στον ελλαδικό χώρο, ακόμη ενός μοναστηριού, αλλά η ανέγερση ενός προσκυνήματος που θα αποτελούσε σύμβολο και φάρο.
Στις πλαγιές του Βερμίου, κοντά στο χωριό Καστανιά, βρίσκεται το πνευματικό κέντρο του Ποντιακού Ελληνισμού, η vέα Ιερά Μονή της Παναγίας Σουμελά.
Η Ίμερα ήταν χτισμένη σ’ ένα μαγικό και ειδυλλιακό τοπίο, με 2000 μ. περίπου υψόμετρο και υγιεινότατο κλίμα. Τα βουνά της γειτονεύουν με την βουνοσειρά Θήχη, απ’ όπου οι μύριοι του Ξενοφώντα, αντικρίζοντας τη θάλασσα της Τραπεζούντας, φώναξαν (θάλαττα, θάλαττα). Στα πολύ παλιά χρόνια η γύρω περιοχή ήταν κατάφυτη από πυκνά δάση και οργιώδη βλάστηση.
Ογδόντα περίπου χιλιόμετρα την χωρίζουν από την Τραπεζούντα και τριάντα από την Αργυρούπολη. Η γλώσσα της Ίμερας όπως και της Κρώμνης ήταν η πιο καθαρή αρχαιοπρεπής διάλεκτος του Πόντου. Οι κάτοικοί της ασχολούνταν με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Ο πληθυσμός της έφτανε τις 500 οικογένειες, προτού οι κάτοικοί της αρχίσουν να μεταναστεύουν στη Ρωσία. Πριν από τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο είχε περίπου 300 οικογένειες, που περιορίστηκαν όμως σε 120 μόνο, κατά την περίοδο του ξεριζωμού. Στα μέσα του 19ου αιώνα είχε γύρω στους 750 κατοίκους από τους οποίους οι 690 ήταν χριστιανοί Έλληνες, 50 κρυπτοχριστιανοί και 10 μουσουλμάνοι. Η Ίμερα είχε πλήρες τετρατάξιο δημοτικό ελληνικό σχολείο.
Πολλές τοποθεσίες είχαν η καθεμιά δικό της χαρακτηριστικό όνομα: Το Γουρνόπον, το Σκυλοφούρκ, το Τσεφόπον, το Γαζοκόλ, το Βαθύν τ’ Ορμίν, το Τραπεζόλιθον, το Ζούμωτρον, το Λευκέν, το Λιμνίν, ο Καστρόλιθον, η Αερεμίτσα, τη Ποπά τα Ραχία, τη Καμελή, τα Πεγαδόπα, κ.α. Πάνω από την Ίμερα, υπήρχε μοναστήρι γυναικών, του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου με 15 καλογριές.
Ογδόντα περίπου χιλιόμετρα την χωρίζουν από την Τραπεζούντα και τριάντα από την Αργυρούπολη. Η γλώσσα της Ίμερας όπως και της Κρώμνης ήταν η πιο καθαρή αρχαιοπρεπής διάλεκτος του Πόντου. Οι κάτοικοί της ασχολούνταν με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Ο πληθυσμός της έφτανε τις 500 οικογένειες, προτού οι κάτοικοί της αρχίσουν να μεταναστεύουν στη Ρωσία. Πριν από τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο είχε περίπου 300 οικογένειες, που περιορίστηκαν όμως σε 120 μόνο, κατά την περίοδο του ξεριζωμού. Στα μέσα του 19ου αιώνα είχε γύρω στους 750 κατοίκους από τους οποίους οι 690 ήταν χριστιανοί Έλληνες, 50 κρυπτοχριστιανοί και 10 μουσουλμάνοι. Η Ίμερα είχε πλήρες τετρατάξιο δημοτικό ελληνικό σχολείο.
Πολλές τοποθεσίες είχαν η καθεμιά δικό της χαρακτηριστικό όνομα: Το Γουρνόπον, το Σκυλοφούρκ, το Τσεφόπον, το Γαζοκόλ, το Βαθύν τ’ Ορμίν, το Τραπεζόλιθον, το Ζούμωτρον, το Λευκέν, το Λιμνίν, ο Καστρόλιθον, η Αερεμίτσα, τη Ποπά τα Ραχία, τη Καμελή, τα Πεγαδόπα, κ.α. Πάνω από την Ίμερα, υπήρχε μοναστήρι γυναικών, του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου με 15 καλογριές.
Στο κέντρο του χωριού ήταν η ενορία Ζιτράντων, με καθεδρικό Ναό την Κοίμηση της Θεοτόκου. Στα Κάτω Ίμερα ήταν η ενορία Καθημερετίων, με εκκλησία τον Άγιο Γεώργιο. Στα Άνω Ίμερα ήσαν οι ενορίες Τσακαλινάντων και Χαλτογιαννάντων, με εκκλησία τον Άγιο Δημήτριο. Οι ενορίες Ζουβακάντων και Γιαννάντων είχαν εκκλησίες τον Άγιο Βασίλειο και τον Άγιο Γεώργιο. Η ενορία Θωμάντων, που απείχε από το κέντρο του χωριού, νότια, περίπου 45’ λεπτά, είχε εκκλησία τον Άγιο Κωνσταντίνο.
Αμφίεση:
Η καθαριότητα ήταν εμφανής και στο ρουχισμό, είτε στα παλιά χρόνια που φορούσαν τσαρούχια, παντελόνι από τσόχα, ζουπούναν, κοντές (κοντή εσθήτα), φοτάν, καμίς, πιστιαμπάλ (ποδιά), σπαλέρ γουτνίν (προστήθιο μεταξωτό), ζωνάρ, είτε όταν εξευρωπαίστηκε η φορεσιά.
Παρχάρια:
Τα σπουδαιότερα παρχάρια της Ίμερς ήσαν το Ζούμωτρον, το Λευκέν, τα’ Ομάλ’, τα Μουζενίτκα, τα Κωλονάτκα και τα Βάζια.
Οι Ιμεραίοι, μετά την καταστροφή, εγκαταστάθηκαν στο Πανόραμα Θεσσαλονίκης 75 οικ., στη Νεάπολη Κοζάνης 60 οικ., στη Νέα Ίμερα (Σαλτικλή) Ξάνθης 50 οικ., στον Κεχρόκαμπο (Τάροβα) Καβάλας 20 οικ., στην Κορομηλιά (Σλίβενι) Καστοριάς 15 οικ., μέσα στην Θεσσαλονίκη 60 οικ.και στον Πειραιά, την Αθήνα και αλλού.
Στην Ιμέρα των Ποντίων
Υπάρχουν δύο εκδοχές για την ονομασία της Ιμέρας. Η πρώτη θέλει τη λευκή πέτρα που γυαλίζει στον ήλιο να έχει δώσει το όνομα. Η δεύτερη εικάζει ότι η Ιμέρα ονομάστηκε έτσι από τον ομηρικό «πόθο για τη γη», «πόθο για τον τόπο».
Της Χριστίνας Ταχιάου
Οι επισκέπτες από τη Θεσσαλονίκη, καταγόμενοι από το ερειπωμένο σήμερα χωριό, είναι σίγουροι ότι η ονομασία προέρχεται από τον «πόθο για τον τόπο». Θεωρούν ότι οι πρόγονοί τους πρέπει να ήταν ερωτευμένοι με τον τόπο, αλλιώς δεν θα ζούσαν σε τόσο αντίξοες συνθήκες.
Η Ιμέρα απέχει 80 χιλιόμετρα από την Τραπεζούντα. Ογδόντα χιλιόμετρα που απαιτούν τέσσερις ώρες με το αυτοκίνητο. «Αν δεν αγαπούσαν πολύ οι δικοί μας τον τόπο τους, δεν θα μπορούσαν να ζήσουν εκεί πάνω», λέει συγκινημένος ο δήμαρχος Πανοράματος Ιγνάτιος Καϊτεζίδης, που βρήκε ευκαιρία με το προσκύνημα στην Παναγία Σουμελά να επισκεφθεί και το χωριό των προγόνων του. «Είναι χτισμένο σε μεγάλο υψόμετρο, κάπου στα 2.000 μέτρα. Λόγω του υψομέτρου δεν έχει δέντρα, παρά είναι χτισμένο μέσα σε ένα λιβάδι. Ο δρόμος είναι εξαιρετικά κακοτράχαλος και δύσκολος. Τώρα τον Αύγουστο έκανε κρύο. Σκεφτείτε τις συνθήκες το χειμώνα!».
Η λειτουργία στην Παναγία Σουμελά και η μετάβαση στην Τραπεζούντα ήταν ευκαιρία για τους Ιμεραίους να επισκεφθούν την αλησμόνητη πατρίδα. «Στο Πανόραμα υπάρχει αδελφότητα Ιμεραίων, που λειτουργεί σαν σύλλογος από το 1924. Μάλιστα είναι χαρακτηριστικό πως η σφραγίδα του συλλόγου είναι χωρισμένη στα τρία: ένα κομμάτι έχει ο πρόεδρος, ένα ο γραμματέας κι ένα ο ταμίας και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί παρά μόνο εάν όλοι συναινέσουν. Αυτή είναι συνήθεια που ήρθε από τον Πόντο», λέει ο κ. Καϊτεζίδης, ο οποίος μάλιστα έχει διατελέσει γραμματέας. Οι Ιμεραίοι διασκορπίστηκαν σε τρία σημεία: το Πανόραμα, τους Τοξότες Ξάνθης και τη Νεάπολη Κοζάνης.
Η ακμάζουσα πόλη που θυμίζει καταυλισμό
Η Ιμέρα τού σήμερα δεν θυμίζει σε τίποτε την άλλοτε ακμάζουσα πόλη με τις 500 ελληνικές οικογένειες που υπολογίζεται ότι κατοικούσαν πριν από 150 χρόνια. «Οι δικοί μας είχαν διώροφα περιποιημένα και καλοφτιαγμένα σπίτια. Σήμερα οι λίγοι κάτοικοι μένουν μέσα σε χαλάσματα και οι εικόνες που είδαμε θύμιζαν περισσότερο εικόνες καταυλισμών. Οι Έλληνες στην Ιμέρα έζησαν μεγαλουργώντας. Οι τωρινοί κάτοικοι στην Ιμέρα ζουν για λόγους βιοπορισμού, επειδή μπορούν να έχουν λίγο γάλα και λίγο κρέας. Είναι όμως πολύ φιλόξενοι, μας δέχτηκαν με αγάπη». Ο δήμαρχος Πανοράματος αφηγείται πως, μόλις έδυσε ο ήλιος, οι μουσουλμάνοι κάτοικοι της Ιμέρας έβγαλαν τα φαγητά που έως εκείνη την ώρα δεν επιτρεπόταν να γευτούν. «Είχαν ντολμαδάκια, αριάνι, ψωμί και πίτες. Επέμεναν να μας φιλέψουν, παρότι είναι φτωχοί και στερημένοι άνθρωποι».
Στην Ιμέρα υπάρχουν τα κατάλοιπα του ένδοξου παρελθόντος. Ανάμεσά τους μία από τις πλέον σημαντικές εκκλησίες της περιοχής, αυτή του Αγίου Ιωάννου Προδρόμου. Όμως μόνο το ρόλο της εκκλησίας δεν έχει πια το κτίσμα. «Ενώ περιλαμβάνεται σε όλους τους τουριστικούς οδηγούς που απευθύνονται στους φίλους του θρησκευτικού τουρισμού, η εκκλησία χρησιμοποιείται ως στάβλος! Μπαίνεις μέσα και βλέπεις περιττώματα ζώων…».
Υπάρχουν δύο εκδοχές για την ονομασία της Ιμέρας. Η πρώτη θέλει τη λευκή πέτρα που γυαλίζει στον ήλιο να έχει δώσει το όνομα. Η δεύτερη εικάζει ότι η Ιμέρα ονομάστηκε έτσι από τον ομηρικό «πόθο για τη γη», «πόθο για τον τόπο».
Της Χριστίνας Ταχιάου
Οι επισκέπτες από τη Θεσσαλονίκη, καταγόμενοι από το ερειπωμένο σήμερα χωριό, είναι σίγουροι ότι η ονομασία προέρχεται από τον «πόθο για τον τόπο». Θεωρούν ότι οι πρόγονοί τους πρέπει να ήταν ερωτευμένοι με τον τόπο, αλλιώς δεν θα ζούσαν σε τόσο αντίξοες συνθήκες.
Η Ιμέρα απέχει 80 χιλιόμετρα από την Τραπεζούντα. Ογδόντα χιλιόμετρα που απαιτούν τέσσερις ώρες με το αυτοκίνητο. «Αν δεν αγαπούσαν πολύ οι δικοί μας τον τόπο τους, δεν θα μπορούσαν να ζήσουν εκεί πάνω», λέει συγκινημένος ο δήμαρχος Πανοράματος Ιγνάτιος Καϊτεζίδης, που βρήκε ευκαιρία με το προσκύνημα στην Παναγία Σουμελά να επισκεφθεί και το χωριό των προγόνων του. «Είναι χτισμένο σε μεγάλο υψόμετρο, κάπου στα 2.000 μέτρα. Λόγω του υψομέτρου δεν έχει δέντρα, παρά είναι χτισμένο μέσα σε ένα λιβάδι. Ο δρόμος είναι εξαιρετικά κακοτράχαλος και δύσκολος. Τώρα τον Αύγουστο έκανε κρύο. Σκεφτείτε τις συνθήκες το χειμώνα!».
Η λειτουργία στην Παναγία Σουμελά και η μετάβαση στην Τραπεζούντα ήταν ευκαιρία για τους Ιμεραίους να επισκεφθούν την αλησμόνητη πατρίδα. «Στο Πανόραμα υπάρχει αδελφότητα Ιμεραίων, που λειτουργεί σαν σύλλογος από το 1924. Μάλιστα είναι χαρακτηριστικό πως η σφραγίδα του συλλόγου είναι χωρισμένη στα τρία: ένα κομμάτι έχει ο πρόεδρος, ένα ο γραμματέας κι ένα ο ταμίας και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί παρά μόνο εάν όλοι συναινέσουν. Αυτή είναι συνήθεια που ήρθε από τον Πόντο», λέει ο κ. Καϊτεζίδης, ο οποίος μάλιστα έχει διατελέσει γραμματέας. Οι Ιμεραίοι διασκορπίστηκαν σε τρία σημεία: το Πανόραμα, τους Τοξότες Ξάνθης και τη Νεάπολη Κοζάνης.
Η ακμάζουσα πόλη που θυμίζει καταυλισμό
Η Ιμέρα τού σήμερα δεν θυμίζει σε τίποτε την άλλοτε ακμάζουσα πόλη με τις 500 ελληνικές οικογένειες που υπολογίζεται ότι κατοικούσαν πριν από 150 χρόνια. «Οι δικοί μας είχαν διώροφα περιποιημένα και καλοφτιαγμένα σπίτια. Σήμερα οι λίγοι κάτοικοι μένουν μέσα σε χαλάσματα και οι εικόνες που είδαμε θύμιζαν περισσότερο εικόνες καταυλισμών. Οι Έλληνες στην Ιμέρα έζησαν μεγαλουργώντας. Οι τωρινοί κάτοικοι στην Ιμέρα ζουν για λόγους βιοπορισμού, επειδή μπορούν να έχουν λίγο γάλα και λίγο κρέας. Είναι όμως πολύ φιλόξενοι, μας δέχτηκαν με αγάπη». Ο δήμαρχος Πανοράματος αφηγείται πως, μόλις έδυσε ο ήλιος, οι μουσουλμάνοι κάτοικοι της Ιμέρας έβγαλαν τα φαγητά που έως εκείνη την ώρα δεν επιτρεπόταν να γευτούν. «Είχαν ντολμαδάκια, αριάνι, ψωμί και πίτες. Επέμεναν να μας φιλέψουν, παρότι είναι φτωχοί και στερημένοι άνθρωποι».
Στην Ιμέρα υπάρχουν τα κατάλοιπα του ένδοξου παρελθόντος. Ανάμεσά τους μία από τις πλέον σημαντικές εκκλησίες της περιοχής, αυτή του Αγίου Ιωάννου Προδρόμου. Όμως μόνο το ρόλο της εκκλησίας δεν έχει πια το κτίσμα. «Ενώ περιλαμβάνεται σε όλους τους τουριστικούς οδηγούς που απευθύνονται στους φίλους του θρησκευτικού τουρισμού, η εκκλησία χρησιμοποιείται ως στάβλος! Μπαίνεις μέσα και βλέπεις περιττώματα ζώων…».
Οινόη
ΧΑΡΤΗΣ ΚΑΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΟΙΝΟΗΣ ΠΟΝΤΟΥ
1. Τοποθεσία
Ο οικισμός Οινόη κείται στα παράλια του Εύξεινου Πόντου. Βρίσκεται στα ΒΑ της Νεοκαισάρειας (Niksar) σε απόσταση 67 χλμ., στα Α-ΝΑ της Σαμψούντας σε απόσταση 82 χλμ., στα ΒΔ των Κοτυώρων (Ορντού) σε απόσταση 52 χλμ. Στην εποχή της βυζαντινής κυριαρχίας την αποκαλούσαν Οιναίον. Αργότερα ονομάστηκε Ünye από τους Τούρκους, ονομασία που διατηρήθηκε μέχρι σήμερα.
2. Διοικητική υπαγωγή
Δε διαθέτουμε πληροφορίες για τη διοικητική υπαγωγή του οικισμού από την κατάκτησή του από τους Οθωμανούς ως το 19ο αιώνα. Αλλά είναι πιθανό στο 16ο αιώνα ο οικισμός Οινόη να ανήκε στο σαντζάκι Canik. Σε όλη τη διάρκεια του 19ου και του 20ού αιώνα ο οικισμός Οινόη ήταν έδρα ομώνυμου καζά. Το 1847 ο καζάς Οινόης υπαγόταν στο σαντζάκι και βιλαέτι Τραπεζούντας. Το 1867 ο καζάς Οινόης αλλάζει διοικητική υπαγωγή και εντάσσεται στο σαντζάκι Canik του βιλαετιού Τραπεζούντας. Το 1890 υπαγόταν σε αυτόν ο μοναδικός ναχιγιές, αυτός του Karakuş. Το 1896, ο Δομνηνός στο βιβλίο του Γεωγραφία του Πόντου αναφέρει ότι ο καζάς Οινόης ανήκε στο σαντζάκι Σαμψούντας και περιλάμβανε έναν ναχιγιέ, δέκα κοινότητες, τρεις δήμους και 124 χωριά. Στα τέλη του 19ου αιώνα ο Ali Cevad αναφέρει ότι στον καζά Οινόης υπαγόταν ο ναχιγιές Karauç και 104 χωριά. Στις αρχές του 20ού αιώνα, σύμφωνα με τις πληροφορίες των Αρχείων Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, ο καζάς Οινόης υπαγόταν στο βιλαέτι Τραπεζούντας. Αργότερα όμως, το 1920, υπαγόταν στο σαντζάκι Σαμψούντας και στο βιλαέτι Ορντού (Κοτυώρων).
3. Ιστορία
Στον 20ό αιώνα, μετά την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ξεκίνησε ο διωγμός των ορθόδοξων κατοίκων του οικισμού. Τον Ιανουάριο του 1917 διατάχθηκε από τις αρχές η εκκένωση της Οινόης. Οι κάτοικοι διασκορπίστηκαν σε άλλες περιφέρειες, όπως της Νεοκαισαρείας. Κατά τα έτη 1922-1923 όσοι ορθόδοξοι χριστιανοί παρέμεναν στον οικισμό εγκατέλειψαν την Οινόη κατευθυνόμενοι προς τον ελλαδικό χώρο.
4. Δημογραφία
Δεν υπάρχουν πληροφορίες για την πληθυσμιακή σύνθεση και τον αριθμό των κατοίκων της Οινόης από το 15ο έως το β΄ μισό του 19ου αιώνα. Είναι όμως γνωστό ότι κατοικούνταν κυρίως από ορθόδοξους χριστιανούς. Άγνωστο παραμένει το πότε ακριβώς εγκαταστάθηκαν μουσουλμάνοι στην Οινόη. Η μοναδική πληροφορία που μας δίνεται για το 16ο αιώνα είναι ότι συνολικά στην Οινόη και στο φρούριό της κατοικούσαν 152 άτομα, χωρίς να αναφέρεται η εθνοτική της σύνθεση. Το 1870 στην Οινόη κατοικούσαν 800 ορθόδοξες οικογένειες, όμως η πλειονότητα των κατοίκων ήταν μουσουλμάνοι. Το 1890 ο Cuinet αναφέρει ότι στην Οινόη κατοικούσαν συνολικά 10.000 άνθρωποι, από τους οποίους 3.000 ήταν μουσουλμάνοι, 5.000 ορθόδοξοι και 2.000 Αρμένιοι. Ωστόσο, στην ίδια εποχή ο Şemseddin Sami υπολογίζει τον αριθμό των κατοίκων σε 6.700. Ο αριθμός των ορθόδοξων κατοίκων ως τα τέλη του 19ου αιώνα θα παραμείνει περίπου στα ίδια επίπεδα. Το 1902 στην Οινόη κατοικούσαν περίπου 4.000 ορθόδοξοι. Το 1914 ο αριθμός αυτός μειώνεται σε 2.500. Προφανώς η μείωση του ορθόδοξου πληθυσμού οφείλεται στη μετανάστευση σε άλλες πόλεις. Το 1919 ο Οικονομίδης ανεβάζει τον αριθμό των ορθόδοξων κατοίκων του οικισμού σε 4.500 και ο Κοντογιάννης με τη σειρά του σε 5.000. Αν λάβουμε υπόψη τους διωγμούς των ορθόδοξων χριστιανών από το 1916 ως τη Μικρασιατική καταστροφή θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για υπερβολικές εκτιμήσεις.
Εκτός από τους μουσουλμάνους και τους ορθοδόξους στην Οινόη ζούσαν λίγοι Αρμένιοι και ακόμα 3-4 οικογένειες ελληνόφωνων προτεσταντών.
Όσον αφορά την καταγωγή των ορθόδοξων κατοίκων υπήρχαν δύο παραδόσεις, μάλλον επινομημένες εκ των υστέρων. Πρώτον ότι κατάγονταν από την Οινόη της Αττικής και δεύτερον ότι κατάγονταν από τη Μάνη. Αλλά η πλειονότητα των κατοίκων της Οινόης ζούσαν εκεί από τα Βυζαντινά χρόνια. Αργότερα, μετά την οικονομική ακμή της Οινόης, εγκαταστάθηκαν εκεί μετανάστες από τη Σινώπη.
Οι ορθόδοξοι κάτοικοι του οικισμού μιλούσαν ελληνικά και την ποντιακή διάλεκτο. Στα χωριά οι ορθόδοξοι μιλούσαν ποντιακά επειδή κατάγονταν από τη Ματσούκα και από την Αργυρούπολη.
Ως το 1914 οι σχέσεις μουσουλμάνων και ορθοδόξων της Οινόης ήταν πολύ καλές. Οι μουσουλμάνοι συμμετείχαν σε αρκετές θρησκευτικές γιορτές και στα πανηγύρια των ορθοδόξων. Αντίθετα οι σχέσεις των ορθόδοξων κατοίκων του οικισμού με τους ομοθρήσκους τους στα χωριά δεν ήταν καλές, πράγμα που μάλλον οφείλεται στη διαφορετική καταγωγή και κοινωνική ομάδα.
5. Δομή του οικισμού
Είναι σχεδόν άγνωστη η οικιστική δομή της Οινόης από το 15ο έως το 19ο αιώνα. Οι πρώτες πληροφορίες εντοπίζονται στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Οι ελληνικές συνοικίες ήταν το Περιγιάλι και η Πούντα που βρίσκονταν στα δυτικά του οικισμού. Στο Περιγιάλι πριν από την εγκατάλειψη της Οινόης κατοικούσαν κυρίως ορθόδοξοι, περίπου 290 άτομα. Στα ανατολικά βρίσκονταν οι μουσουλμανικές συνοικίες. Στη συνοικία Περιγιάλι υπήρχε αγορά και τα καταστήματά της ανήκαν στους ορθοδόξους. Η μεγάλη αγορά της Οινόης βρισκόταν στη συνοικία των μουσουλμάνων. Ένας από τους γνωστότερους δρόμους της Οινόης ονομαζόταν Χατζισμαΐλ και εκεί βρίσκονταν σπίτια ορθοδόξων, η αρμενική εκκλησία και το αρρεναγωγείο τους. Τα σπίτια ήταν ξύλινα αλλά υπήρχαν και πετρόχτιστα. Τα αρχοντικά σπίτια άρχιζαν από τη θάλασσα. Σε κάθε σπίτι υπήρχε στέρνα όπου μαζεύονταν νερά από τη βροχή. Το πόσιμο νερό προερχόταν από βρύσες.
6. Οικονομία
Από ό,τι φαίνεται η βασική βιοποριστική ασχολία των κατοίκων της Οινόης ήταν η ναυπήγηση πλοίων. Λόγω των πλούσιων δασών και της άριστης ποιότητας των δέντρων που βρίσκονταν στην περιφέρεια της Οινόης η ναυπήγηση πλοίων αναπτύχθηκε σε μεγάλο βαθμό, ώσπου οι κάτοικοι απέκτησαν προνόμια από το οθωμανικό κράτος. Αρχικά οι μάστορες που εργάζονταν σε ναυπηγεία ήταν ορθόδοξοι αλλά αργότερα άρχισαν να εργάζονται εκεί και μουσουλμάνοι. Η ξυλεία που χρησιμοποιούσαν ήταν κυρίως από καστανιά. Όπως διευκρινίζει ο Οικονομίδης, μπορεί να ήταν η πρώτη πόλη στα χρόνια της ναυτικής ακμής του Πόντου, η οποία όμως δεν προσδιορίζεται χρονικά. Οι επιδόσεις των κατοίκων της Οινόης στην κατασκευή και εμπορία καραβιών παρουσιάζουν κάμψη πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα. Αυτό μπορεί να οφείλεται στις επιδρομές των Λαζών στην Οινόη αλλά και στη μεγάλη πυρκαγιά του 1838, που είχε ως αποτέλεσμα να μεταναστεύσουν οι κάτοικοί της σε άλλους οικισμούς της περιοχής. Αργότερα, για ένα χρονικό διάστημα, υπήρξε μια αναβίωση. Η τελική παρακμή της συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας στην Οινόη όμως ήρθε με την εξάπλωση της ατμοπλοΐας στις αρχές του 20ού αιώνα. Λόγω της εμπορικής κίνησης του λιμανιού της Οινόης υπήρχαν πρακτορεία ατμοπλοϊκών εταιρειών διάφορων χωρών, όπως η Ρωσία, η Ιταλία, η Γαλλία και η Αυστρία.
Άλλη σημαντική πλουτοπαραγωγική πηγή ήταν τα λατομεία. Ένα είδος άσπρης πέτρας που έμοιαζε πολύ με μάρμαρο εξαγόταν στη Σαμψούντα, στα Κοτύωρα και στην Κερασούντα. Επίσης υπήρχε μαύρη πέτρα που βρισκόταν κοντά στην Οινόη. Όμως αυτό το είδος πέτρας δεν το εξήγαν, αλλά το χρησιμοποιούσαν τοπικά.
Στην ορθόδοξη συνοικία Πούντα υπήρχαν βιοτεχνίες κεραμικής που κατασκεύαζαν στάμνες, κεραμίδια και τσουκάλια.
Η τέχνη κατασκευής σχοινιού ήταν πολύ σημαντική και γνωστή. Την εξασκούσαν αποκλειστικά οι μουσουλμάνοι κάτοικοι του οικισμού. Στα τέλη του 19ου αιώνα τα σχοινιά και τα κεραμικά ήταν από τα σημαντικότερα εξαγώγιμα προϊόντα του οικισμού.
Λόγω της απασχόλησης των κατοίκων στα ναυπηγεία η γεωργία ερχόταν σε δεύτερη μοίρα. Ωστόσο η κάνναβη, πρώτη ύλη για τη σχοινοποιία, ήταν ένα από τα πιο βασικά προϊόντα της Οινόης και θεωρούνταν ένα από τα σημαντικότερα εξαγώγιμα προϊόντα του οικισμού. Στα 1890 ο Cuinet αναφέρει ότι τα σημαντικότερα εξαγόμενα γεωργικά προϊόντα της Οινόης ήταν τα φασόλια, η κάνναβη και το καλαμπόκι. Άλλα προϊόντα ήταν το σιτάρι, ρύζι, κριθάρι, βρόμη, λίνο, ρεβίθια, φακή και κουκιά.
Οι εξαγωγές επίσης περιλάμβαναν κρασί, βούτυρο, και τυρί. Η αλιεία δεν ήταν τόσο σημαντική και κυρίως κατευθυνόταν στην ντόπια αγορά. Αρκετοί ψαράδες ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι.
Πολλοί ορθόδοξοι της Οινόης ασχολούνταν με το εμπόριο. Μερικοί Αρμένιοι έκαναν εμπόριο υφασμάτων. Κάθε Σάββατο σε ένα ανοιχτό μέρος μπροστά από το σχολείο των μουσουλμάνων γινόταν αγορά. Σε αυτή την αγορά δε συμμετείχαν οι ορθόδοξοι κάτοικοι των γύρων χωριών αλλά μόνο οι μουσουλμάνοι χωρικοί που πουλούσαν τα προϊόντα τους. Η άλλη αγορά του οικισμού ήταν το Γιάγμπαζαρ (αγορά λαδιού). Εκεί οι χωρικοί πουλούσαν τυριά και βούτυρο. Άλλη αγορά της Οινόης ήταν το Ούνπαζαρι (αγορά αλευριού) όπου γινόταν εμπόριο αλεύρων.
Η παρακμή του εμπορίου της Οινόης ξεκίνησε όταν η Σαμψούντα έγινε λιμάνι της Σεβάστειας. Από το λιμάνι της Οινόης μεταφέρονταν εμπορεύματα από και προς τη Σεβάστεια, αλλά, από τη στιγμή που η Σαμψούντα χρησιμοποιήθηκε ως κέντρο μεταφοράς εμπορευμάτων της Σεβάστειας, η Οινόη έχασε τη σημασία της. Μετά την οικονομική παρακμή της Οινοής, αρκετοί τεχνίτες, όπως μαραγκοί και χτίστες, εγκαταστάθηκαν ως εποχιακοί στη Σαμψούντα, που συγκέντρωνε μετανάστες από μεγάλο τμήμα του Πόντου και της Μικράς Ασίας. Αυτοί παρέμεναν εκεί από τό Πάσχα έως τα Χριστούγεννα. Στο β΄ μισό του 19ου αιώνα παρατηρούμε μεταναστευτικό ρεύμα των τεχνιτών από την Οινόη προς τη Ρωσία.
7. Διοίκηση - Κοινοτική Οργάνωση
Από το 19ο αιώνα, ύστερα από τη διοικητική αναβάθμιση της Οινόης σε καζά, ο οικισμός διοικούνταν από καϊμακάμη. Οι ορθόδοξοι είχαν το δικό τους μουχτάρη. Αυτός ήταν αντιπρόσωπος της ορθόδοξης κοινότητας. Ήταν υπεύθυνος εκ μέρους της κοινότητας απέναντι στις αρχές και εκλεγόταν από την κοινότητα. Υπήρχε και εκκλησιαστική επιτροπή που φρόντιζε την εκκλησία, καθώς και σχολική επιτροπή που μεριμνούσε για τα σχολεία. Αυτές οι επιτροπές ορίζονταν από την κοινότητα. Σχετικά με τις αρμοδιότητες και τον τρόπο εκλογής των δημογερόντων της κοινότητας της Οινόης δε διαθέτουμε πληροφορίες.
8. Εκκλησία
Στην Οινόη υπήρχαν δύο ορθόδοξες εκκλησίες. Η πρώτη εκκλησία ονομαζόταν «Απάνω Εκκλησία» ή Παναγία και ήταν η μεγαλύτερη εκκλησία της Οινόης. Η δεύτερη ονομαζόταν «Κάτω Εκκλησία» ή Άγιος Νικόλαος. Αυτή βρισκόταν σε μια τοποθεσία μετά την Πούντα, πάνω σε μια προεξοχή που περιβαλλόταν από θάλασσα. Το 1896 στις εκκλησίες της Οινόης υπηρετούσαν τέσσερις ιερείς.Επίσης υπήρχαν παρεκκλήσια του Αγίου Δημητρίου, που ήταν βυζαντινό, και του Προφήτη Ηλία, που βρισκόταν έξω από τον οικισμό στο δρόμο προς τη Φάτσα. Σύμφωνα με την προφορική παράδοση τα σημαντικότερα αγιάσματα της Οινόης ήταν του Αϊ Γιάννη και του Αγίου Κωνσταντίνου. Το αγίασμα του Αϊ Γιάννη βρισκόταν στη συνοικία της Πούντας κοντά στη θάλασσα και για να το επισκεφθεί κανείς κατέβαινε 30 σκαλιά. Το αγίασμα του Αγίου Κωνσταντίνου βρισκόταν στα σύνορα των συνοικιών Περιγιάλι και Πούντα. Παλιότερα υπήρχε εκεί εκκλησία.
Εκκλησιαστικά η Οινόη υπάγονταν στη μητρόπολη Νεοκαισάρειας. Η έδρα της βρισκόταν στο Τοκάτ, αλλά το 1911 μεταφέρθηκε στη πόλη Κοτύωρα. Εκπρόσωπος του μητροπολίτη ήταν ο αρχιερατικός επίτροπος που έφερε τον τίτλο έξαρχος. Αυτός εξέδιδε και τις άδειες γάμου.
9. Σχολεία
Τα σχολεία των ορθοδόξων της Οινόης ιδρύθηκαν το 19ο αιώνα. Το 1866 στην Οινόη υπήρχε ένα γραμματοδιδασκαλείο, που βρισκόταν σε πολύ κακή κατάσταση. Αργότερα, προφανώς με τη βοήθεια της κοινότητας, η κατάσταση της εκπαίδευσης στον οικισμό βελτιώθηκε. Έτσι το 1870 υπήρχαν ένα ελληνικό σχολείο και ένα αλληλοδιδακτικό σχολείο αρρένων, όπου συνολικά φοιτούσαν πάνω από 330 μαθητές. Το 1896 σε αυτά τα σχολεία φοιτούσαν 270 μαθητές και δίδασκαν 6 δάσκαλοι.
Στις αρχές του 20ού αιώνα λειτουργούσαν αρρεναγωγείο και παρθεναγωγείο. Το αρρεναγωγείο ήταν ένα κτήριο διώροφο που βρισκόταν μέσα στον περίβολο της «Άνω Εκκλησίας». Στον κάτω όροφό του υπήρχε θέατρο. Το παρθεναγωγείο βρισκόταν στο αυλόγυρο της «Κάτω Εκκλησίας».Το αρρεναγωγείο ήταν οκτατάξιο αλλά αργότερα, το 1914, λόγω της μείωσης του ορθόδοξου πληθυσμού, έγινε επτατάξιο. Το παρθεναγωγείο επίσης στις αρχές του 20ού αιώνα ήταν πεντατάξιο, αλλά το 1914 συρρικνώθηκε σε τετρατάξιο.
Το μισθό των δασκάλων όριζε η δημογεροντία. Η εκκλησία αναλάμβανε τα έξοδα των φτωχών μαθητών και επίσης συνεισέφερε στην πληρωμή των δασκάλων. Στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πόλεμου τα σχολεία παρέμειναν κλειστά. Το 1918, μετά το τέλος του πολέμου, όταν ο οικισμός άρχισε να ξαναζεί στους κανονικούς του ρυθμούς, τα σχολεία λειτούργησαν ξανά. Έκλεισαν μόνιμα μετά το διωγμό των ορθόδοξων κατοίκων από την Οινόη.
Στην Οινόη υπήρχαν αρκετοί σύλλογοι, γεγονός που αποδεικνύει την έντονη δραστηριότητα της ορθόδοξης κοινότητάς της. Το 1890 ιδρύθηκε το Aναγνωστήριο Οινόης «Φιλαδέλφεια», του οποίου η λειτουργία ξεκίνησε από το 1891. Σκοπός του ήταν η υποστήριξη των ορθόδοξων σχολείων της Οινόης και των γύρω χωριών, η εξεύρεση εργασίας στους φτωχούς και η μόρφωση των ορθόδοξων κατοίκων της Οινόης. Ο δεύτερος Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος του οικισμού ιδρύθηκε στο 1909 με την ονομασία «Πατρίς» με σκοπό την υποστήριξη των σχολείων και τη μόρφωση των ορθόδοξων κατοίκων. Τελευταία ήταν η Λέσχη «Ο Ευαγγελισμός» που είχε σκοπό επίσης την ενίσχυση των σχολείων της κοινότητας.
Ο οικισμός Οινόη κείται στα παράλια του Εύξεινου Πόντου. Βρίσκεται στα ΒΑ της Νεοκαισάρειας (Niksar) σε απόσταση 67 χλμ., στα Α-ΝΑ της Σαμψούντας σε απόσταση 82 χλμ., στα ΒΔ των Κοτυώρων (Ορντού) σε απόσταση 52 χλμ. Στην εποχή της βυζαντινής κυριαρχίας την αποκαλούσαν Οιναίον. Αργότερα ονομάστηκε Ünye από τους Τούρκους, ονομασία που διατηρήθηκε μέχρι σήμερα.
2. Διοικητική υπαγωγή
Δε διαθέτουμε πληροφορίες για τη διοικητική υπαγωγή του οικισμού από την κατάκτησή του από τους Οθωμανούς ως το 19ο αιώνα. Αλλά είναι πιθανό στο 16ο αιώνα ο οικισμός Οινόη να ανήκε στο σαντζάκι Canik. Σε όλη τη διάρκεια του 19ου και του 20ού αιώνα ο οικισμός Οινόη ήταν έδρα ομώνυμου καζά. Το 1847 ο καζάς Οινόης υπαγόταν στο σαντζάκι και βιλαέτι Τραπεζούντας. Το 1867 ο καζάς Οινόης αλλάζει διοικητική υπαγωγή και εντάσσεται στο σαντζάκι Canik του βιλαετιού Τραπεζούντας. Το 1890 υπαγόταν σε αυτόν ο μοναδικός ναχιγιές, αυτός του Karakuş. Το 1896, ο Δομνηνός στο βιβλίο του Γεωγραφία του Πόντου αναφέρει ότι ο καζάς Οινόης ανήκε στο σαντζάκι Σαμψούντας και περιλάμβανε έναν ναχιγιέ, δέκα κοινότητες, τρεις δήμους και 124 χωριά. Στα τέλη του 19ου αιώνα ο Ali Cevad αναφέρει ότι στον καζά Οινόης υπαγόταν ο ναχιγιές Karauç και 104 χωριά. Στις αρχές του 20ού αιώνα, σύμφωνα με τις πληροφορίες των Αρχείων Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, ο καζάς Οινόης υπαγόταν στο βιλαέτι Τραπεζούντας. Αργότερα όμως, το 1920, υπαγόταν στο σαντζάκι Σαμψούντας και στο βιλαέτι Ορντού (Κοτυώρων).
3. Ιστορία
Το κάστρο της Οινόης
Προφανώς το 1461 η Οινόη κατακτήθηκε από το Μωάμεθ Β΄ στη διάρκεια της εκστρατείας του εναντίων των Κομνηνών. Στους πρώτους αιώνες της οθωμανικής κυριαρχίας ήταν μικρός οικισμός. Αργότερα, χάρη στις ναυπηγικές γνώσεις των κατοίκων της, η Οινόη αναπτύχθηκε και δόθηκαν προνόμια στους κατοίκους της. Στην εποχή των ντερεμπέηδων η Οινόη χρησιμοποιήθηκε ως ορμητήριό τους με συνέπεια η ευρύτερη περιοχή να υποφέρει πολύ και να μειωθεί ο πληθυσμός του οικισμού. Στο 19ο αιώνα, το 1806, η κατάσταση στην Οινόη επιδεινώθηκε από τις επιδρομές των Λαζών, που λεηλατούσαν τα περίχωρα. Οι λεηλασίες είχαν ως αποτέλεσμα τη φυγή μέρους των κατοίκων της Οινόης, οι οποίοι κατέφυγαν σε διάφορες παραλιακές πόλεις της Ρωσίας και κάποιοι άλλοι στη Σινώπη. Το 1838 μεγάλη πυρκαγιά κατάστρεψε περίπου 700 σπίτια και προκάλεσε μεγάλες ζημιές, γεγονός που συνετέλεσε στην παρακμή της πόλης την ίδια εποχή. Περίπου το 1880 προκλήθηκε δεύτερη πυρκαγιά στον οικισμό. Η φωτιά ξεκίνησε από την Πούντα και σταμάτησε στη συνοικία Μάλι. Στη διάρκεια της πυρκαγιάς κάηκαν πολλά σπίτια, καθώς και το σχολείο των ορθόδοξων κατοίκων της Οινόης. Το 1907 πληροφορούμαστε για άλλη πυρκαγιά που κατέστρεψε την αγορά της Οινόης.Στον 20ό αιώνα, μετά την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ξεκίνησε ο διωγμός των ορθόδοξων κατοίκων του οικισμού. Τον Ιανουάριο του 1917 διατάχθηκε από τις αρχές η εκκένωση της Οινόης. Οι κάτοικοι διασκορπίστηκαν σε άλλες περιφέρειες, όπως της Νεοκαισαρείας. Κατά τα έτη 1922-1923 όσοι ορθόδοξοι χριστιανοί παρέμεναν στον οικισμό εγκατέλειψαν την Οινόη κατευθυνόμενοι προς τον ελλαδικό χώρο.
4. Δημογραφία
Δεν υπάρχουν πληροφορίες για την πληθυσμιακή σύνθεση και τον αριθμό των κατοίκων της Οινόης από το 15ο έως το β΄ μισό του 19ου αιώνα. Είναι όμως γνωστό ότι κατοικούνταν κυρίως από ορθόδοξους χριστιανούς. Άγνωστο παραμένει το πότε ακριβώς εγκαταστάθηκαν μουσουλμάνοι στην Οινόη. Η μοναδική πληροφορία που μας δίνεται για το 16ο αιώνα είναι ότι συνολικά στην Οινόη και στο φρούριό της κατοικούσαν 152 άτομα, χωρίς να αναφέρεται η εθνοτική της σύνθεση. Το 1870 στην Οινόη κατοικούσαν 800 ορθόδοξες οικογένειες, όμως η πλειονότητα των κατοίκων ήταν μουσουλμάνοι. Το 1890 ο Cuinet αναφέρει ότι στην Οινόη κατοικούσαν συνολικά 10.000 άνθρωποι, από τους οποίους 3.000 ήταν μουσουλμάνοι, 5.000 ορθόδοξοι και 2.000 Αρμένιοι. Ωστόσο, στην ίδια εποχή ο Şemseddin Sami υπολογίζει τον αριθμό των κατοίκων σε 6.700. Ο αριθμός των ορθόδοξων κατοίκων ως τα τέλη του 19ου αιώνα θα παραμείνει περίπου στα ίδια επίπεδα. Το 1902 στην Οινόη κατοικούσαν περίπου 4.000 ορθόδοξοι. Το 1914 ο αριθμός αυτός μειώνεται σε 2.500. Προφανώς η μείωση του ορθόδοξου πληθυσμού οφείλεται στη μετανάστευση σε άλλες πόλεις. Το 1919 ο Οικονομίδης ανεβάζει τον αριθμό των ορθόδοξων κατοίκων του οικισμού σε 4.500 και ο Κοντογιάννης με τη σειρά του σε 5.000. Αν λάβουμε υπόψη τους διωγμούς των ορθόδοξων χριστιανών από το 1916 ως τη Μικρασιατική καταστροφή θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για υπερβολικές εκτιμήσεις.
Εκτός από τους μουσουλμάνους και τους ορθοδόξους στην Οινόη ζούσαν λίγοι Αρμένιοι και ακόμα 3-4 οικογένειες ελληνόφωνων προτεσταντών.
Όσον αφορά την καταγωγή των ορθόδοξων κατοίκων υπήρχαν δύο παραδόσεις, μάλλον επινομημένες εκ των υστέρων. Πρώτον ότι κατάγονταν από την Οινόη της Αττικής και δεύτερον ότι κατάγονταν από τη Μάνη. Αλλά η πλειονότητα των κατοίκων της Οινόης ζούσαν εκεί από τα Βυζαντινά χρόνια. Αργότερα, μετά την οικονομική ακμή της Οινόης, εγκαταστάθηκαν εκεί μετανάστες από τη Σινώπη.
Οι ορθόδοξοι κάτοικοι του οικισμού μιλούσαν ελληνικά και την ποντιακή διάλεκτο. Στα χωριά οι ορθόδοξοι μιλούσαν ποντιακά επειδή κατάγονταν από τη Ματσούκα και από την Αργυρούπολη.
Ως το 1914 οι σχέσεις μουσουλμάνων και ορθοδόξων της Οινόης ήταν πολύ καλές. Οι μουσουλμάνοι συμμετείχαν σε αρκετές θρησκευτικές γιορτές και στα πανηγύρια των ορθοδόξων. Αντίθετα οι σχέσεις των ορθόδοξων κατοίκων του οικισμού με τους ομοθρήσκους τους στα χωριά δεν ήταν καλές, πράγμα που μάλλον οφείλεται στη διαφορετική καταγωγή και κοινωνική ομάδα.
5. Δομή του οικισμού
Είναι σχεδόν άγνωστη η οικιστική δομή της Οινόης από το 15ο έως το 19ο αιώνα. Οι πρώτες πληροφορίες εντοπίζονται στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Οι ελληνικές συνοικίες ήταν το Περιγιάλι και η Πούντα που βρίσκονταν στα δυτικά του οικισμού. Στο Περιγιάλι πριν από την εγκατάλειψη της Οινόης κατοικούσαν κυρίως ορθόδοξοι, περίπου 290 άτομα. Στα ανατολικά βρίσκονταν οι μουσουλμανικές συνοικίες. Στη συνοικία Περιγιάλι υπήρχε αγορά και τα καταστήματά της ανήκαν στους ορθοδόξους. Η μεγάλη αγορά της Οινόης βρισκόταν στη συνοικία των μουσουλμάνων. Ένας από τους γνωστότερους δρόμους της Οινόης ονομαζόταν Χατζισμαΐλ και εκεί βρίσκονταν σπίτια ορθοδόξων, η αρμενική εκκλησία και το αρρεναγωγείο τους. Τα σπίτια ήταν ξύλινα αλλά υπήρχαν και πετρόχτιστα. Τα αρχοντικά σπίτια άρχιζαν από τη θάλασσα. Σε κάθε σπίτι υπήρχε στέρνα όπου μαζεύονταν νερά από τη βροχή. Το πόσιμο νερό προερχόταν από βρύσες.
Η συνοικία Περιγιάλι
Η σκεπαστή αγορά της Οινόης ονομαζόταν Καπάνι. Η πλατεία της βρισκόταν μπροστά στο διοικητήριο που λεγόταν Καβλάνι. Μέσα στην Οινόη υπήρχαν τέσσερα λουτρά που ανήκαν στους μουσουλμάνους. Οι ορθόδοξοι έίχαν πρόσβαση στα λουτρά την Τετάρτη και την Παρασκευή. Ο ταρσανάς (ναυπηγεία) της Οινόης βρισκόταν περίπου 1,5 χλμ. ΝΑ του οικισμού στην ξύλινη γέφυρα Köprü Başı.6. Οικονομία
Από ό,τι φαίνεται η βασική βιοποριστική ασχολία των κατοίκων της Οινόης ήταν η ναυπήγηση πλοίων. Λόγω των πλούσιων δασών και της άριστης ποιότητας των δέντρων που βρίσκονταν στην περιφέρεια της Οινόης η ναυπήγηση πλοίων αναπτύχθηκε σε μεγάλο βαθμό, ώσπου οι κάτοικοι απέκτησαν προνόμια από το οθωμανικό κράτος. Αρχικά οι μάστορες που εργάζονταν σε ναυπηγεία ήταν ορθόδοξοι αλλά αργότερα άρχισαν να εργάζονται εκεί και μουσουλμάνοι. Η ξυλεία που χρησιμοποιούσαν ήταν κυρίως από καστανιά. Όπως διευκρινίζει ο Οικονομίδης, μπορεί να ήταν η πρώτη πόλη στα χρόνια της ναυτικής ακμής του Πόντου, η οποία όμως δεν προσδιορίζεται χρονικά. Οι επιδόσεις των κατοίκων της Οινόης στην κατασκευή και εμπορία καραβιών παρουσιάζουν κάμψη πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα. Αυτό μπορεί να οφείλεται στις επιδρομές των Λαζών στην Οινόη αλλά και στη μεγάλη πυρκαγιά του 1838, που είχε ως αποτέλεσμα να μεταναστεύσουν οι κάτοικοί της σε άλλους οικισμούς της περιοχής. Αργότερα, για ένα χρονικό διάστημα, υπήρξε μια αναβίωση. Η τελική παρακμή της συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας στην Οινόη όμως ήρθε με την εξάπλωση της ατμοπλοΐας στις αρχές του 20ού αιώνα. Λόγω της εμπορικής κίνησης του λιμανιού της Οινόης υπήρχαν πρακτορεία ατμοπλοϊκών εταιρειών διάφορων χωρών, όπως η Ρωσία, η Ιταλία, η Γαλλία και η Αυστρία.
Άλλη σημαντική πλουτοπαραγωγική πηγή ήταν τα λατομεία. Ένα είδος άσπρης πέτρας που έμοιαζε πολύ με μάρμαρο εξαγόταν στη Σαμψούντα, στα Κοτύωρα και στην Κερασούντα. Επίσης υπήρχε μαύρη πέτρα που βρισκόταν κοντά στην Οινόη. Όμως αυτό το είδος πέτρας δεν το εξήγαν, αλλά το χρησιμοποιούσαν τοπικά.
Στην ορθόδοξη συνοικία Πούντα υπήρχαν βιοτεχνίες κεραμικής που κατασκεύαζαν στάμνες, κεραμίδια και τσουκάλια.
Η τέχνη κατασκευής σχοινιού ήταν πολύ σημαντική και γνωστή. Την εξασκούσαν αποκλειστικά οι μουσουλμάνοι κάτοικοι του οικισμού. Στα τέλη του 19ου αιώνα τα σχοινιά και τα κεραμικά ήταν από τα σημαντικότερα εξαγώγιμα προϊόντα του οικισμού.
Λόγω της απασχόλησης των κατοίκων στα ναυπηγεία η γεωργία ερχόταν σε δεύτερη μοίρα. Ωστόσο η κάνναβη, πρώτη ύλη για τη σχοινοποιία, ήταν ένα από τα πιο βασικά προϊόντα της Οινόης και θεωρούνταν ένα από τα σημαντικότερα εξαγώγιμα προϊόντα του οικισμού. Στα 1890 ο Cuinet αναφέρει ότι τα σημαντικότερα εξαγόμενα γεωργικά προϊόντα της Οινόης ήταν τα φασόλια, η κάνναβη και το καλαμπόκι. Άλλα προϊόντα ήταν το σιτάρι, ρύζι, κριθάρι, βρόμη, λίνο, ρεβίθια, φακή και κουκιά.
Οι εξαγωγές επίσης περιλάμβαναν κρασί, βούτυρο, και τυρί. Η αλιεία δεν ήταν τόσο σημαντική και κυρίως κατευθυνόταν στην ντόπια αγορά. Αρκετοί ψαράδες ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι.
Πολλοί ορθόδοξοι της Οινόης ασχολούνταν με το εμπόριο. Μερικοί Αρμένιοι έκαναν εμπόριο υφασμάτων. Κάθε Σάββατο σε ένα ανοιχτό μέρος μπροστά από το σχολείο των μουσουλμάνων γινόταν αγορά. Σε αυτή την αγορά δε συμμετείχαν οι ορθόδοξοι κάτοικοι των γύρων χωριών αλλά μόνο οι μουσουλμάνοι χωρικοί που πουλούσαν τα προϊόντα τους. Η άλλη αγορά του οικισμού ήταν το Γιάγμπαζαρ (αγορά λαδιού). Εκεί οι χωρικοί πουλούσαν τυριά και βούτυρο. Άλλη αγορά της Οινόης ήταν το Ούνπαζαρι (αγορά αλευριού) όπου γινόταν εμπόριο αλεύρων.
Η παρακμή του εμπορίου της Οινόης ξεκίνησε όταν η Σαμψούντα έγινε λιμάνι της Σεβάστειας. Από το λιμάνι της Οινόης μεταφέρονταν εμπορεύματα από και προς τη Σεβάστεια, αλλά, από τη στιγμή που η Σαμψούντα χρησιμοποιήθηκε ως κέντρο μεταφοράς εμπορευμάτων της Σεβάστειας, η Οινόη έχασε τη σημασία της. Μετά την οικονομική παρακμή της Οινοής, αρκετοί τεχνίτες, όπως μαραγκοί και χτίστες, εγκαταστάθηκαν ως εποχιακοί στη Σαμψούντα, που συγκέντρωνε μετανάστες από μεγάλο τμήμα του Πόντου και της Μικράς Ασίας. Αυτοί παρέμεναν εκεί από τό Πάσχα έως τα Χριστούγεννα. Στο β΄ μισό του 19ου αιώνα παρατηρούμε μεταναστευτικό ρεύμα των τεχνιτών από την Οινόη προς τη Ρωσία.
7. Διοίκηση - Κοινοτική Οργάνωση
Από το 19ο αιώνα, ύστερα από τη διοικητική αναβάθμιση της Οινόης σε καζά, ο οικισμός διοικούνταν από καϊμακάμη. Οι ορθόδοξοι είχαν το δικό τους μουχτάρη. Αυτός ήταν αντιπρόσωπος της ορθόδοξης κοινότητας. Ήταν υπεύθυνος εκ μέρους της κοινότητας απέναντι στις αρχές και εκλεγόταν από την κοινότητα. Υπήρχε και εκκλησιαστική επιτροπή που φρόντιζε την εκκλησία, καθώς και σχολική επιτροπή που μεριμνούσε για τα σχολεία. Αυτές οι επιτροπές ορίζονταν από την κοινότητα. Σχετικά με τις αρμοδιότητες και τον τρόπο εκλογής των δημογερόντων της κοινότητας της Οινόης δε διαθέτουμε πληροφορίες.
8. Εκκλησία
Στην Οινόη υπήρχαν δύο ορθόδοξες εκκλησίες. Η πρώτη εκκλησία ονομαζόταν «Απάνω Εκκλησία» ή Παναγία και ήταν η μεγαλύτερη εκκλησία της Οινόης. Η δεύτερη ονομαζόταν «Κάτω Εκκλησία» ή Άγιος Νικόλαος. Αυτή βρισκόταν σε μια τοποθεσία μετά την Πούντα, πάνω σε μια προεξοχή που περιβαλλόταν από θάλασσα. Το 1896 στις εκκλησίες της Οινόης υπηρετούσαν τέσσερις ιερείς.Επίσης υπήρχαν παρεκκλήσια του Αγίου Δημητρίου, που ήταν βυζαντινό, και του Προφήτη Ηλία, που βρισκόταν έξω από τον οικισμό στο δρόμο προς τη Φάτσα. Σύμφωνα με την προφορική παράδοση τα σημαντικότερα αγιάσματα της Οινόης ήταν του Αϊ Γιάννη και του Αγίου Κωνσταντίνου. Το αγίασμα του Αϊ Γιάννη βρισκόταν στη συνοικία της Πούντας κοντά στη θάλασσα και για να το επισκεφθεί κανείς κατέβαινε 30 σκαλιά. Το αγίασμα του Αγίου Κωνσταντίνου βρισκόταν στα σύνορα των συνοικιών Περιγιάλι και Πούντα. Παλιότερα υπήρχε εκεί εκκλησία.
Εκκλησιαστικά η Οινόη υπάγονταν στη μητρόπολη Νεοκαισάρειας. Η έδρα της βρισκόταν στο Τοκάτ, αλλά το 1911 μεταφέρθηκε στη πόλη Κοτύωρα. Εκπρόσωπος του μητροπολίτη ήταν ο αρχιερατικός επίτροπος που έφερε τον τίτλο έξαρχος. Αυτός εξέδιδε και τις άδειες γάμου.
9. Σχολεία
Τα σχολεία των ορθοδόξων της Οινόης ιδρύθηκαν το 19ο αιώνα. Το 1866 στην Οινόη υπήρχε ένα γραμματοδιδασκαλείο, που βρισκόταν σε πολύ κακή κατάσταση. Αργότερα, προφανώς με τη βοήθεια της κοινότητας, η κατάσταση της εκπαίδευσης στον οικισμό βελτιώθηκε. Έτσι το 1870 υπήρχαν ένα ελληνικό σχολείο και ένα αλληλοδιδακτικό σχολείο αρρένων, όπου συνολικά φοιτούσαν πάνω από 330 μαθητές. Το 1896 σε αυτά τα σχολεία φοιτούσαν 270 μαθητές και δίδασκαν 6 δάσκαλοι.
Στις αρχές του 20ού αιώνα λειτουργούσαν αρρεναγωγείο και παρθεναγωγείο. Το αρρεναγωγείο ήταν ένα κτήριο διώροφο που βρισκόταν μέσα στον περίβολο της «Άνω Εκκλησίας». Στον κάτω όροφό του υπήρχε θέατρο. Το παρθεναγωγείο βρισκόταν στο αυλόγυρο της «Κάτω Εκκλησίας».Το αρρεναγωγείο ήταν οκτατάξιο αλλά αργότερα, το 1914, λόγω της μείωσης του ορθόδοξου πληθυσμού, έγινε επτατάξιο. Το παρθεναγωγείο επίσης στις αρχές του 20ού αιώνα ήταν πεντατάξιο, αλλά το 1914 συρρικνώθηκε σε τετρατάξιο.
Το μισθό των δασκάλων όριζε η δημογεροντία. Η εκκλησία αναλάμβανε τα έξοδα των φτωχών μαθητών και επίσης συνεισέφερε στην πληρωμή των δασκάλων. Στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πόλεμου τα σχολεία παρέμειναν κλειστά. Το 1918, μετά το τέλος του πολέμου, όταν ο οικισμός άρχισε να ξαναζεί στους κανονικούς του ρυθμούς, τα σχολεία λειτούργησαν ξανά. Έκλεισαν μόνιμα μετά το διωγμό των ορθόδοξων κατοίκων από την Οινόη.
Στην Οινόη υπήρχαν αρκετοί σύλλογοι, γεγονός που αποδεικνύει την έντονη δραστηριότητα της ορθόδοξης κοινότητάς της. Το 1890 ιδρύθηκε το Aναγνωστήριο Οινόης «Φιλαδέλφεια», του οποίου η λειτουργία ξεκίνησε από το 1891. Σκοπός του ήταν η υποστήριξη των ορθόδοξων σχολείων της Οινόης και των γύρω χωριών, η εξεύρεση εργασίας στους φτωχούς και η μόρφωση των ορθόδοξων κατοίκων της Οινόης. Ο δεύτερος Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος του οικισμού ιδρύθηκε στο 1909 με την ονομασία «Πατρίς» με σκοπό την υποστήριξη των σχολείων και τη μόρφωση των ορθόδοξων κατοίκων. Τελευταία ήταν η Λέσχη «Ο Ευαγγελισμός» που είχε σκοπό επίσης την ενίσχυση των σχολείων της κοινότητας.
ΝΕΟΧΩΡΙ ΠΕΡΙΣΤΑΣΗΣ
0Ι Ρ I Ζ Ε Σ της ΘΡΑΚΗΣ
( Σύμφωνα με τις μαρτυρίες του πατέρα μου Παν. Παρασχάκη )
Ο πατέρας μου Παναγιώτης Παρασχάκης γεννήθηκε στο Νεοχώρι της περιοχής Περιστάσεως και Μυριοφύτου το 1909. Το Νεοχώρι βρίσκεται στον κεντρικό δρόμο που συνδέει την Καλλίπολη με την Κεσσάνη και την Κων/πολη μέσω Ραιδεστού. Απέχει (με τα πόδια) 2 ώρες από την Περίσταση και 7 ώρες από την Καλλίπολη. Το παλιό όνομα είναι Γενίκιοϊ (που σημαίνει καινούριο χωριό). Κτισμένο στους πρόποδες του όρους Καλαί. Οι κάτοικοι πριν το 1914 ήταν 689 και ήταν όλοι Έλληνες. Το χωριό είχε 3 μαχαλάδες. Ο ένας ήταν της εκκλησίας ( Προφ. Ηλίας ), ο άλλος του σχολείου και των καφενείων και ο τρίτος της βρύσης και ενός μεγάλου πλάτανου. Μετά το σπίτι του παππού (Αθ. Παρασχάκη) ήταν τα σπίτια του Παράσχου Παρασχάκη και του Κωνσταντή Παρασχάκη (πατέρας της Μαριώς Δαούτη) που ήταν τα τελευταία.
![]() | |||
| Παναγιώτης Παρασχάκης-Μαρία Χρυσοπούλου και Αθανάσιος Παρασχάκης |
Η γιαγιά μου Χρυσομάλλω Παρασχάκη (γυναίκα του Θανάση Παρασχάκη) ήταν το γένος Μουτάφη. Ο πατέρας της ήταν κατασκευαστής σάκων λινάτσας και διατηρούσε κατάστημα στην Κεσσάνη. Είχε μεγάλη περιουσία. Μητέρα της ήταν η Σουλτάνα, η οποία ήταν πολύ ωραία γυναίκα, αλλά χήρεψε νέα και είχε 3 κορίτσια. Τη γιαγιά μου ,τη Διαλεχτή (πρώτη γυναίκα του Γιώργου Ταβερνάρη που είχαν παιδιά το Θόδωρο Ταβερνάρη και την Άννα Μαργέλη) και ένα μικρό.
Ανάμεσα στο Νεοχώρι και Περίσταση ήταν ένας λόφος πάνω στον οποίο υπήρχε τουρκικό φυλάκιο (Μπεκλεμέ), γιατί στο Καντίκιοϊ ήταν τουρκικές αρχές (σταθμός χωροφυλακής) που εισέπρατταν τους φόρους. Πολλές φορές τους είχαν ληστέψει και εγκατέστησαν το φυλάκιο για προστασία.
Οι κύριες ασχολίες των κατοίκων ήταν η γεωργία και η κτηνοτροφία. Τα κυριότερα προϊόντα ήταν το σιτάρι, κριθάρι, βρώμη, καλαμπόκι, κούσουτο (σπόρος σα φακή) και σε μεγάλες ποσότητες κουκιά, σουσάμι και γλυκάνισο. Επίσης καλλιεργούσαν και πολλά αμπέλια από τα οποία έβγαζαν πολύ κρασί. Συγκεκριμένα ο παππούς μου είχε 4 στρέμματα αμπέλι. Έτρεφαν βοοειδή και γιδοπρόβατα (5-6 κοπάδια). Υπήρχε και τυροκομείο στο χωριό. Μέχρι των Αγ. Αποστόλων το γάλα το έκαναν φέτα και βούτυρο, ενώ μετά το έκαναν όλο τουλουμοτύρι σε κανονικά τουλούμια. Ερχόταν έμποροι από Κωνσταντινούπολη και τα αγόραζαν. Στην Περίσταση, Μυριόφυτο και Ηρακλείτσα καλλιεργούσαν αποκλειστικά δέντρα. Πουλούσαν όλων των ειδών τα φρούτα, μεταξύ των οποίων και τσίτσιβα. Είχαν πολλά αμπέλια και κρασιά, τα οποία αγόραζαν έμποροι από την Κωνσταντινούπολη. Στην Περίσταση που ήταν εμπορικό κέντρο υπήρχε και ανεμόμυλος.
Ο παππούς είχε θεριστική μηχανή που την έσερναν άλογα. Αλώνιζαν με ντουκάνες με πέτρες. Είχαν 2 ντουκάνες στο αλώνι. Μάζευαν το άχυρο μαζί με το σπόρο και μετά το λίχνιζαν γιατί είχε πολύ αέρα στην περιοχή. Για να φτιάξουν το αλώνι έριχναν χώμα με άχυρο και νερό και μετά το πατούσαν οπότε γίνονταν σα τσιμέντο και στη συνέχεια έριχναν τα στάχυα. Αλώνια είχαν σχεδόν όλο τον Ιούλιο. Όλοι γενικώς οι χωριανοί είχαν αρκετά κτήματα. Ο παππούς είχε 220 στρέμματα στον κάμπο και 4 στρέμματα αμπέλι.
Πανηγύριζαν του Αγ. Αθανασίου και του Προφήτη Ηλία. Του Αγ. Αθανασίου 2 οικογένειες αγόραζαν ένα μοσχάρι, το έσφαζαν και μοίραζαν φαγητό σε όλους. Το εκκλησάκι ήταν 2,5 ώρες μακριά από το χωριό. Ανεβαίνοντας για το Καλαί είχε βράχους με διάφορα σχήματα. Ένας είχε σχήμα κοπέλας. Στο εκκλησάκι υπήρχαν πολλά λευκάδια. Λένε ότι εκεί πρέπει να ήταν κρυμμένος θησαυρός.
Τις γιορτές τα κορίτσια του χωριού έκαναν κούνια στο μεγάλο τον πλάτανο που ήταν κοντά στη βρύση. Στις αρχές του 1922, πριν φύγουν για την Ελλάδα, κυκλοφόρησε το δημοτικό τραγούδι "Αρχοντογυιός" και το τραγουδούσαν στη βρύση η Βασιλοπούλα Χατζάκη, Διαμαντούλα Βαβαϊτη και τα άλλα κορίτσια του χωριού. Από το όρος Καλαί που ήταν χαμηλό αγνάντευε κανείς τα παράλια της Μ. Ασίας.
Στις 27/7/1911 έγινε μεγάλος σεισμός. Σκοτώθηκαν 6-7 άτομα. Μεταξύ αυτών οι γυναίκες του Κωνσταντή και του Παράσχου. Η πρώτη έβγαλε έξω τη Μαριώ (Δαούτη), μπήκε να πάρει και το Γιωργάκη και τους πλάκωσε και τους δύο το σπίτι. Το τρίτο παιδί τους ο Αρχοντής μαζί με τον πατέρα του ήταν στην Κων/πολη. Η δεύτερη πήγαινε στη βρύση και στάθηκε δίπλα σε ένα τοίχο για να ...προφυλαχθεί, έπεσε ο τοίχος και την πλάκωσε. Πιθανόν το ρήγμα να περνούσε μέσα από το χωριό γιατί όπως έλεγε η γιαγιά μου η γη είχε σχιστεί και κουνιόταν για αρκετές ημέρες.
Τα τρία καθαρά ελληνικά χωριά της περιοχής εκείνης Νεοχώρι, το Γιουλτζίκ (δηλ. Λιμνίσκη, ήταν το χωριό της γιαγιάς Σουλτανιώς) και το Γιάγαξ (δηλ. Καλό δέντρο) πρέπει να δημιουργήθηκαν στο τέλος του 15ου αιώνα. Τότε διώχθηκαν οι Χριστιανοί από την πεδιάδα του Μέλανα ποταμού και σχημάτισαν αυτά τα ορεινά χωριά. Στις αρχές και στο τέλος του 17ου αιώνα Έλληνες από Πελοπόννησο, Ήπειρο, Θεσσαλία, Μακεδονία, καταπιεζόμενοι από Τούρκους, Αλβανούς και ληστές εγκαθίστανται στην Α. και Δ. Θράκη. Σύμφωνα με διασταυρωμένα στοιχεία το 1873 στην ευρύτερη περιοχή Καλλίπολης υπήρχαν 12.286 Τούρκοι και 42.401 Χριστιανοί. Νότια της Ανδρ/λης έως Καλλίπολη και ανατολικά έως Κων/λη, καθώς και στον άξονα Κων/πολης-Καλλίπολης ήταν έντονη η παρουσία του Ελληνικού στοιχείου. Τα παράλια κατοικούνταν αποκλειστικά από Έλληνες αλλά και στο εσωτερικό υπήρχε συμπαγής Ελληνικός αγροτικός πληθυσμός.
Εξορίστηκαν το 1914 στο Βυζίρ Χάνι (κοντά στην Προύσα) 567 κάτοικοι του χωριού και επέστρεψαν το 1918 μόνο 275. Από την Περίσταση τους μετέφεραν με πλοίο στον τόπο εξορίας. Όλο το χωριό, το Γιουλτζίκ (Λιμνίσκη) και το Γιάγαξ (Καλό δέντρο) που ήταν και τα τρία καθαρά ελληνικά τα εξόρισαν, επειδή στα Δαρδανέλια γίνονταν φοβερές μάχες στον Α' Παγκόσμιο πόλεμο και οι Τούρκοι φοβόταν πολύ τους Έλληνες, μήπως βοηθήσουν τους αντιπάλους τους. Οι Νεότουρκοι για τις εξορίες προφασίζονταν την άρνηση στράτευσης των Ελλήνων καθώς και τις συχνές λιποταξίες. Από το 1914-18 από την περιφέρεια Μυριόφυτου εκτοπίστηκαν 4060 Έλληνες, ενώ τα χρόνια 1915-16 από όλη την Α. Θράκη εξορίστηκαν περίπου 150.000.
Τον Ιούνιο του 1920 απελευθερώθηκε προσωρινά η Α. Θράκη από τον Ελληνικό Στρατό, αλλά τον Οκτώβριο του 1922 ανακαταλήφθηκε από τους Τούρκους και ακολούθησε τον ίδιο μήνα ο ξεριζωμός.
Πρόεδρος του χωριού τελευταία ήταν ο Αναγνώστης Καλαμαράς (σύζυγος της Ευαγγελινής, πατέρας του Χρίστου & Γιωργάκη), ενώ σα συντονιστή της όλης διαδικασίας του επαναπατρισμού ορίσανε το Λιόντα Καλαμαρά. Πήραν παπλώματα, κάπες, σκεύη, ψωμί, αλεύρι και τα φόρτωσαν στου Αρσένη το κάρο. Τις παραμονές τα παιδιά έσπαζαν τις πόρτες, άνοιγαν κάνουλες από βαρέλια λαδιών, κρασιού. Αραδιάστηκαν τα κάρα στη σειρά και οι μεγάλοι κοίταζαν το χωριό και έκλαιγαν. Πέρασαν τον 'Εβρο με βάρκες, Αλεξ/λη, Λουτρό και κατέληξαν στην περιοχή Κομοτηνής στο Τσελεμπίκιο και Καρατζάκιο (Αρχοντικά και Άρατος αντίστοιχα). Εκεί δούλευαν στους Τούρκους. Οι αρχές επιτάξανε τα σιτάρια και τα μοίραζαν στους πρόσφυγες. Ένας μπέης αντέδρασε και το βράδυ τον σκότωσαν. Πλούσια μέρη αλλά υπέφεραν από ελονοσία και έφυγαν τον Οκτώβρη του 1923 για Κοζάνη. 2-3 οικογένειες έμειναν γιατί είχαν καπνά. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Γιώργος Σπαθάρας (πατέρας του Αρχοντή). Η γυναίκα του η Ταρσίτσα Παρασχάκη, Β' εξαδέλφη του πατέρα μου.
Ορισμένοι έμειναν στην περιοχή Κοζάνης. Οι υπόλοιποι ξεκίνησαν για την Ομαλή Κοζάνης. Μέχρι τη Νεάπολη πήγαν με αυτοκίνητο και μετά συνέχισαν με ζώα. Στην Ομαλή τους έδωσαν λίγο σιτάρι και χωράφια. Το Φθινόπωρο του 1924 πήγαν στην Πεπονιά. Οι Τούρκοι είχαν φύγει αρχές του 1924 και έκαναν προσωρινή διανομή. Οι Τούρκοι δεν ξέραν τουρκικά. Ήταν Έλληνες που αλλαξοπίστησαν επί Αλή Πασά. Οι Τούρκοι που μέναν στην Πεπονιά και στην Κιβωτό λέγεται ότι ήταν πολύ φανατισμένοι. Αν συναντούσαν κάποιον Έλληνα δύσκολα γλύτωνε και γι αυτό απέφευγαν να περνούν από τα μέρη αυτά.
Μείναν σε προσωρινά καταλύματα. Ένα δωμάτιο διέθεσαν για κάθε οικογένεια. Στη μέση αφήναν χώρο για τα γεννήματα. Ο πατέρας μου έκτισε το σπίτι το 1932. Παντρεύτηκε τέλη Δεκεμβρίου του 1936. Ο Αρσένης πέθανε από πνευμονία στις 7-1- 1937.
ΑΡΣΕΝΗΣ ΠΑΡΑΣΧΑΚΗΣ
ΧΑΡΤΗΣ ΚΑΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΠΑΦΡΑΣ
Αφιέρωμα στην Πάφρα των γενναίων
Πόλη του Δυτικού Πόντου, η «Αλύα» των αρχαίων και «Γαζηλών» κατά το Στράβωνα. Βρίσκεται μεταξύ της Σινώπης (100χλμ) και Αμισού (40χλμ). Επίνειό της είναι το Κουμτσουγκάζ της Μαύρης θάλασσας, το αρχαίο «Κωνώπειον» του Αρριανού. Στην Πάφρα υπήρχαν ελληνόφωνοι αλλά και τουρκόφωνοι. Οι Παφραίοι διατήρησαν τα ελληνικά σχολεία και μάλιστα πολλοί διατήρησαν τη γραφή των τούρκικων λέξεων με τους ελληνικούς χαρακτήρες. Η επαρχία της Πάφρας, είχε την πόλη της Πάφρας, 116 χωριά αμιγώς ελληνικά, 1 επισκοπική εκκλησία, 107 ναούς, 1 μονή (Παναγία η Μάγαρα), 1 ημιγυμνάσιο, 80 σχολεία αρρένων, 17 σχολεία θηλέων, 2 νηπιαγωγεία και 4500 μαθητές, 2 αδελφότητες, 3 σύλλογοι, 1 αναγνωστήριο, 1 θέατρο 400 θέσεων. Τη μαύρη περίοδο 1914-1922 σκοτώθηκαν ή εξοντώθηκαν περισσότεροι από 30000 Παφραίοι. Η ξυλεία ήταν από τα σημαντικά εξαγωγικά προϊόντα της περιοχής. Η Πάφρα, εμπορικό κέντρο για τα εκατό και πλέον χωριά της περιοχής της, παρήγαγε επίσης αρκετά μεγάλες ποσότητες μαύρου χαβιαριού και, βέβαια, τα περίφημα καπνά που έφεραν το όνομά της.
Ιστορία
Η Πάφρα του Πόντου είναι μια από τις 6 Επαρχίες του Νομού Αμισού ( Σαμψούντας ) , μαζί με τις Επαρχίες Θεμισκήρων ( Τσαρσαμπά ) , Τερμέ ( Θερμών ) , Καββήσου ( Κάβζας ) , Ανδραπών ( Βεζίρ Κιοπρού ) και φυσικά της Επαρχίας Αμισού ( Σαμψούντος ). Είχε ως έδρα της Γενικής Διοικήσεως ή άλλως Βιλαετιού της Τραπεζούντας. Η Πάφρα από τo 850 π.χ. που ιδρύθηκε από τους Μιλησιους και είχε το όνομα Άλυα η Αλυασσος, προφανώς από το όνομα του μεγαλύτερου ποταμού της Μικράς Ασίας του Άλυ , μέχρι και το 436 π.χ. ήταν γνωστή με τις παραπάνω ονομασίες και ήταν μια μικρή κωμόπολη. Το 436 π.χ. ο Στρατηγός των Αθηναίων Περικλής,συνοδευόμενος από τον οικιστή Αθηνοκλή έρχεται στη περιοχή αυτή φέρνοντας μαζί του και χιλιάδες εποίκους από την περιοχή της Αττικής και των νησιών του Αιγαίου και ένα μεγάλο μέρος από αυτούς εγκαθιστά στη περιοχή της Αλυσσού και δίδει το όνομα Πάφρα ή Πάφλα στην κωμόπολη αυτή για να τιμήσει τον μεγάλο αρχηγό των Παφλαγόνων τον Πάφρα ή Πάφλα, τον γιο του Φινέα, Βασιλιά τότε του απέραντου Βασιλείου της Βιθυνίας, που είχε Βασιλεύσει στη περιοχή κατά την 4η προς την 3η χιλιετηρίδα π.χ.

Η Επαρχία Πάφρας είχε έκταση στα μεν παράλια του Εύξεινου Πόντου πλάτους 50 Χιλιομέτρων και επεκτείνετο στα Μεσόγεια μέχρι Κάβζας ( Καββήσου ) και Βεζίρ Κιοπρού ( Ανδράπων ) σε μήκος Ι00 περίπου χιλιομέτρων. Στην απογραφή του Ι903 που έγινε από την Τουρκική Κυβέρνηση και το Πατριαρχείο η επαρχία Πάφρας αριθμούσε 86 χιλιάδες κατοίκους από τους οποίους οι 56.000 ήσαν Έλληνες Χριστιανοι,29.000 Τούρκοι Μωαμεθανοί και Ι.000 περίπου Αρμένιοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί. Τα Χωριά της περιοχής Πάφρας ήσαν είτε αμιγή Ελληνοχώρια είτε αμιγή Τουρκοχώρια, μεικτά χωριά που να κατοικούνται από Έλληνες και Τούρκους δεν υπήρχαν. Με την ανταλλαγή του Ι923 ήρθαν στην Ελλάδα 25.000 μόνο Παφραίοι από τους 56.000 και 30.000 χάθηκαν, στις μάχες, στις εξορίες που έγιναν 6-7 φορές αυτούς που κάψανε οι Τούρκοι ζωντανούς μέσα στις Χριστιανικές Εκκλησιές και αυτούς που τους πετάξαν μέσα στο ποταμό Άλυ και τους έπνιξαν.
Την εποχή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και μέχρι την διάλυση της από τους Σταυροφόρους η Πάφρα ανέδειξε τον γνωστό από την Ιστορία Στρατηγό Σάββα τον επονομαζόμενο Σάββα του Κωνσταντίνου, προς τιμήν του οποίου οι Παφραίοι αφιερώνουν τραγούδι και χορό που το τραγουδούν και χορεύουν μέχρι και σήμερα.Την εποχή που οι Τούρκοι εφάρμοσαν το τιμαριακό σύστημα διοίκησης της απέραντης αυτοκρατορίας των, από το 1666, τοποθέτησαν στην περιοχή Πάφρας Τερεπέη τον Χασαν Αλήμπεη, άνθρωπο αιμοχαρή και μισέλληνα, την εποχή του οποίου και συγκεκριμένα το 1680 με τις συνεχιζόμενες τότε δολοφονίες των Ελλήνων της Πάφρας και την αποστολή στα χαρέμια της Ανατολής νεαρών κοριτσιών, αυτοκτόνησαν 30/40 κοπέλες για να μη παραδοθούν στους ανθρώπους του Αλήμπεη, πέφτοντας ψηλά από το Κάστρο του Άλυ κοντά στο χωριό Ασάρ της Πάφρας, το οποίο από τότε οι Παφραίοι το ονομάζουν το Κάστρο της Κοπέλας. Την αυτοκτονία αυτή των κοριτσιών οι Παφραίοι έκαναν χορό και τραγούδι (θανατί λάγκεμαν) που μέχρι και σήμερα ακόμη στους χορούς των κάνουν αναπαράσταση της αυτοκτονίας των κοριτσιών αυτών.
Την εποχή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και μέχρι την διάλυση της από τους Σταυροφόρους η Πάφρα ανέδειξε τον γνωστό από την Ιστορία Στρατηγό Σάββα τον επονομαζόμενο Σάββα του Κωνσταντίνου, προς τιμήν του οποίου οι Παφραίοι αφιερώνουν τραγούδι και χορό που το τραγουδούν και χορεύουν μέχρι και σήμερα.Την εποχή που οι Τούρκοι εφάρμοσαν το τιμαριακό σύστημα διοίκησης της απέραντης αυτοκρατορίας των, από το 1666, τοποθέτησαν στην περιοχή Πάφρας Τερεπέη τον Χασαν Αλήμπεη, άνθρωπο αιμοχαρή και μισέλληνα, την εποχή του οποίου και συγκεκριμένα το 1680 με τις συνεχιζόμενες τότε δολοφονίες των Ελλήνων της Πάφρας και την αποστολή στα χαρέμια της Ανατολής νεαρών κοριτσιών, αυτοκτόνησαν 30/40 κοπέλες για να μη παραδοθούν στους ανθρώπους του Αλήμπεη, πέφτοντας ψηλά από το Κάστρο του Άλυ κοντά στο χωριό Ασάρ της Πάφρας, το οποίο από τότε οι Παφραίοι το ονομάζουν το Κάστρο της Κοπέλας. Την αυτοκτονία αυτή των κοριτσιών οι Παφραίοι έκαναν χορό και τραγούδι (θανατί λάγκεμαν) που μέχρι και σήμερα ακόμη στους χορούς των κάνουν αναπαράσταση της αυτοκτονίας των κοριτσιών αυτών.
Από το 1700 περίπου αρχίζουν και δημιουργούνται στα βουνά της Πάφρας τα αρματολίκια με τους λεγόμενους Εσχιάδες ( Εκδικητές ) που δρουν κατά των Τούρκων Τερεπέηδων που καταπιέζουν τους Έλληνες να εκτουρκισθούν και να εξισλαμισθούν και με τα αντίποινα που κάνουν σε βάρος των Τούρκων προσπαθούν να προστατεύσουν τον Ελληνοχριστιανικό κόσμο της περιοχής. Περίφημοι Εσχιάδες ( Εκδικητές ) ( αρματολοί και Κλέφτες ) δρουν στα βουνά της Πάφρας την περίοδο αυτή του 1700 με 1850. Την περίοδο της Επανάστασης του 1821,οι Τούρκοι συλλαμβάνουν με το πρόσχημα της επιστράτευσης για τις ανάγκες του Οθωμανικού Στρατού χιλιάδες Έλληνες της Πάφρας και δένοντας τους ανά δυο πισθάγκωνα με σύρμα τούς πετούνε μέσα στον ποταμό Άλυ ζωντανούς και τους πνίγουν. Σε 4000 περίπου τους ανεβάζει ο Άγγλος εξερευνητής και γεωγράφος Ένσουωρθ αυτούς που θανατώθηκαν με τον τρόπο αυτό την περίοδο 1818/1822, στο βιβλίο του που εκδόθηκε το 1842. Στη περιοχή της Πάφρας γεννήθηκε, ανδρώθηκε και μεγαλούργησε το αντάρτικο από το 1890 μέχρι το 1922, όπως αναφέρει στο βιβλίο του ο Κων/νος Παπαμιχαλόπουλος ( Περιηγήσεις στον Πόντο ) Αθήνα 1903,με αποκορύφωμα την περίοδο 1915/1922.
Για τον Δυτικό Πόντο και ιδιαίτερα για την Πάφρα, γράφουν Ιστορικοί, Έλληνες και Ξένοι, Πρόξενοι, αντιπρόσωποι ξένων εταιρειών, το Πατριαρχείο, Πόντιοι συνεγγραφείς και διεκτραγωδούν με τα μελανότερα χρώματα την τραγωδία της Πάφρας και των χωριών της, γράφουν για τους αγώνες, τις θυσίες και την προσφορά για τα Ελληνοχριστιανικά ιδεώδη αυτού του υπέροχου, του γενναίου, του δημιουργικού αλλά παρεξηγημένου λαού, του λαού των Ποντίων Παφραίων.
Μετά από εξοντωτική πορεία στην Ανατολία, οι Μπαφραλήδες που κατόρθωσαν να καταφύγουν στην Ελλάδα, εγκαταστάθηκαν σε οικισμούς της Βορείου Ελλάδος, με κυριότερο τη Νέα Πάφρα Σερρών, διατηρώντας άσβηστες τις παραδόσεις της μαρτυρικής πατρίδας τους.
Για τον Δυτικό Πόντο και ιδιαίτερα για την Πάφρα, γράφουν Ιστορικοί, Έλληνες και Ξένοι, Πρόξενοι, αντιπρόσωποι ξένων εταιρειών, το Πατριαρχείο, Πόντιοι συνεγγραφείς και διεκτραγωδούν με τα μελανότερα χρώματα την τραγωδία της Πάφρας και των χωριών της, γράφουν για τους αγώνες, τις θυσίες και την προσφορά για τα Ελληνοχριστιανικά ιδεώδη αυτού του υπέροχου, του γενναίου, του δημιουργικού αλλά παρεξηγημένου λαού, του λαού των Ποντίων Παφραίων.
Μετά από εξοντωτική πορεία στην Ανατολία, οι Μπαφραλήδες που κατόρθωσαν να καταφύγουν στην Ελλάδα, εγκαταστάθηκαν σε οικισμούς της Βορείου Ελλάδος, με κυριότερο τη Νέα Πάφρα Σερρών, διατηρώντας άσβηστες τις παραδόσεις της μαρτυρικής πατρίδας τους.
Πηγή: Διαδίκτυο (www. .livepedia.gr)
ΧΑΡΤΗΣ ΚΑΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ
Ινέπολη
1. Τοποθεσία
Η Ινέπολη βρίσκεται στα παράλια του Εύξεινου Πόντου, στα βόρεια της Κασταμονής, σε απόσταση 67 χλμ., και στα δυτικά-νοτιοδυτικά της Σινώπης, σε απόσταση 115 χλμ. Δυτικά από την πόλη περνάει ο ποταμός Ικίτσαϊ (İki Çay). Στα αρχαία χρόνια η πόλη ονομαζόταν Αβωνότειχος ή Αβώνου τείχος ή Ιωνόπολις. Την εποχή της βυζαντινής κυριαρχίας ήταν γνωστή ως Ινόπολις. Μετά την κατάκτηση της περιοχής από τους Τούρκους Candaroğullar, ονομάστηκε İnebolu, ονομασία που διατηρήθηκε έως σήμερα.
2. Διοικητική υπαγωγή
Δε διαθέτουμε ασφαλείς πληροφορίες για τη διοικητική υπαγωγή του οικισμού από την κατάκτησή του από τους Οθωμανούς έως το 19ο αιώνα. Πιθανολογείται ότι ανήκε στο σαντζάκι Κασταμονής. Το 1831 η Ινέπολη ήταν έδρα ομώνυμου καζά. Το 1834 έγινε έδρα του ομώνυμου ναχιγιέ (İnebolu), ο οποίος ανήκε στον καζά Küre. Από το 1867 μετατράπηκε σε έδρα καϊμακαμλικιού που ανήκε στο σαντζάκι Κασταμονής. Στα τέλη του 19ου αιώνα στο καϊμακαμλίκι του İnebolu ανήκαν δύο ναχιγιέδες –Küre και Abana– και 75 χωριά. Το καϊμακαμλίκι της Ινέπολης υπαγόταν στις αρχές του 20ού αιώνα στο μουτεσαριφλίκι της Κασταμονής και αυτό με τη σειρά του στο βιλαέτι Κασταμονής.
3. Ιστορικά και δημογραφικά στοιχεία
Τη βυζαντινή κυριαρχία στην περιοχή τη διαδέχθηκαν πολυάριθμα τουρκικά εμιράτα και κρατίδια, με σημαντικότερα εκείνα των Çobanoğullar και Candaroğullar. Το 1338 η πόλη εντάχθηκε στο οθωμανικό κράτος από το Μουράτ Α΄. Μετά την ήττα των Οθωμανών στη μάχη της Άγκυρας από τον Ταμερλάνο, το 1402, η Ινέπολη εντάχθηκε στο κρατίδιο των İsfengıyaroğullar. Αργότερα όμως επανακτήθηκε από τα οθωμανικά στρατεύματα. Από το 15ο έως το 19ο αιώνα η Ινέπολη φαίνεται πως ήταν ένας οικισμός χωρίς ιδιαίτερη σημασία, ενώ αναπτύχθηκε στα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα λόγω του ότι μετατράπηκε σε λιμάνι της Κασταμονής και ανέλαβε το ρόλο του ανεφοδιασμού της πόλης αυτής από τη θάλασσα.
Στα πρώτα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας στην Ινέπολη κατοικούσαν μουσουλμάνοι και χριστιανοί ορθόδοξοι που ήδη βρίσκονταν εκεί από την εποχή των Candaroğullar. Έως το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα δε διαθέτουμε πληροφορίες για τον αριθμό των κατοίκων ούτε για τη σύνθεση του πληθυσμού του οικισμού.
Το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα στην Ινέπολη κατοικούσαν μουσουλμάνοι, ορθόδοξοι χριστιανοί και Αρμένιοι γρηγοριανοί. Η πλειονότητα των κατοίκων ήταν μουσουλμάνοι, ενώ η μικρότερη πληθυσμιακά κοινότητα ήταν οι Αρμένιοι. Το 1866, σύμφωνα με τα στοιχεία που δίνει ο Τριανταφυλλίδης, στην Ινέπολη υπήρχαν 350 ορθόδοξα νοικοκυριά αλλά, σύμφωνα με άλλη πηγή, το 1896 ο αριθμός των ορθόδοξων οικογενειών ανερχόταν σε 160. Περίπου στην ίδια εποχή ο Şemseddin Sami αναφέρει ότι ο αριθμός των ορθόδοξων κατοίκων ήταν 900 άτομα.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες του Αρχείου Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, στις αρχές του 20ού αιώνα στην Ινέπολη κατοικούσαν μουσουλμάνοι, ορθόδοξοι, Αρμένιοι και Εβραίοι. Οι χριστιανοί ορθόδοξοι κάτοικοι της πόλης δεν ξεπερνούσαν τις 40 με 45 οικογένειες. Η πλειονότητα των κατοίκων ήταν μουσουλμάνοι και η μικρότερη πληθυσμιακή ομάδα οι Εβραίοι με δύο ή τρεις οικογένειες. Πριν από το διωγμό των ελληνορθοδόξων από την Ινέπολη, ο Κοντογιάννης αναφέρει ότι ο συνολικός αριθμός των κατοίκων της πόλης ήταν 8.000, από τους οποίους 3.500 ήταν ελληνορθόδοξοι και 1.200 Αρμένιοι. Ο αριθμός των ορθοδόξων που αναφέρει ο Κοντογιάννης είναι δυσανάλογα μεγάλος και πιθανώς ο συγγραφέας έχει συνυπολογίσει και τους κατοίκους των κοντινών ορθόδοξων χωριών. Για την ίδια εποχή άλλη πηγή αναφέρει 317 ορθόδοξους κατοίκους στην Ινέπολη.
Δε γνωρίζουμε από πότε εγκαταστάθηκαν οι Αρμένιοι στην Ινέπολη, αλλά ήδη βρίσκονταν εκεί στα μέσα του 19ου αιώνα. Επίσης στις οθωμανικές καταγραφές του 19ου αιώνα δεν αναφέρεται η ύπαρξη εβραϊκών οικογενειών, κάτι που σημαίνει ότι οι Εβραίοι εγκαταστάθηκαν στον οικισμό τον 20ό αιώνα. Στην Ινέπολη, εκτός από τους ντόπιους ορθόδοξους κατοίκους, υπήρχαν και ορθόδοξοι που κατάγονταν από τα γύρω χωριά και από άλλες πόλεις όπως τη Σινώπη, την Καισάρεια και την Τραπεζούντα. Αυτοί προφανώς εγκαταστάθηκαν στον οικισμό μετά την οικονομική ακμή του το 19ο αιώνα. Η γλώσσα των ορθόδοξων χριστιανών κατοίκων του οικισμού ήταν η ελληνική, αλλά χρησιμοποιούσαν πολλά στοιχεία της τουρκικής.
Τον 20ό αιώνα οι ορθόδοξοι κάτοικοι της πόλης υπέστησαν δύο εκδιώξεις. Ο πρώτος διωγμός έγινε το 1915, όταν ο ορθόδοξος πληθυσμός εκτοπίστηκε σε διάφορες πόλεις του σαντζακιού Κασταμονής. Αργότερα, μετά την ανακωχή του 1918, μερικοί επέστρεψαν στον οικισμό, όπου συνάντησαν καμένα και λεηλατημένα σπίτια και καταστήματα. Για την ανέγερση των οικιών και καταστημάτων έδωσαν χρήματα ο σύλλογος των ορθοδόξων της Ινέπολης με έδρα την Κωνσταντινούπολη, το Οικουμενικό Πατριαρχείο και ο Αμερικανικός Ερυθρός Σταυρός. Στις 21 Ιουλίου 1920 έγινε ο δεύτερος και καθοριστικός διωγμός των ορθοδόξων, κατά τον οποίο εκδιώχθηκαν περίπου 296 άτομα. Αυτοί οδηγήθηκαν προς το εσωτερικό της Μικράς Ασίας και αργότερα, μετά την υπογραφή της συνθήκης της Λωζάννης στα τέλη του 1923, μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα.
4. Αστική δομή
Δεν υπάρχουν πληροφορίες σχετικά με τη δομή της Ινέπολης από την εποχή της κατάκτησής της από τους Οθωμανούς έως τον 20ό αιώνα. Κατά τα τελευταία χρόνια, οι χριστιανοί ορθόδοξοι ζούσαν σε αμιγείς αλλά και σε μεικτές συνοικίες. Σε αρχοντική μουσουλμανική συνοικία της Ινέπολης, το Χατούπ αγά, ζούσαν 2 με 3 ορθόδοξες οικογένειες. Σε άλλη συνοικία, που βρισκόταν στο κέντρο της αγοράς, μάλλον με την ονομασία «Αγορά», η πλειονότητα των κατοίκων ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι. Σε μια μεικτή συνοικία στο ύψωμα του φάρου, μια προνομιούχα θέση, κατοικούσαν ορθόδοξοι και Αρμένιοι. Στο Τεχπόι βρισκόταν ο στρατώνας και εκεί υπήρχαν περίπου 50 σπίτια. Σε άλλες συνοικίες κατοικούσαν μουσουλμάνοι και ελάχιστοι χριστιανοί ορθόδοξοι. Στην Ινέπολη υπήρχαν 4 χαμάμ που ανήκαν στους μουσουλμάνους, 3 τζαμιά, μια ορθόδοξη εκκλησία, δύο σχολεία των ορθοδόξων, μουσουλμανικά σχολεία και χάνια. Από τα χάνια μόνο το ένα ήταν ελληνικής ιδιοκτησίας, του Αγίου Βασιλείου στο χωριό Παρθένιο. Ήταν διώροφο, στο ισόγειο υπήρχαν καταστήματα, στον όροφο δωμάτια και δε διάθετε χώρο για ζώα.
5. Οικονομία
Η οικονομική ακμή της Ινέπολης ξεκίνησε το 19ο αιώνα, όταν έγινε σημαντικό λιμάνι επειδή από αυτό ανεφοδιαζόταν η Κασταμονή. Η ανάπτυξη του οικισμού συγκέντρωσε πληθυσμό από άλλες περιοχές. Το λιμάνι της Ινέπολης ήταν αβαθές. Για το λόγο αυτό η φορτοεκφόρτωση των προϊόντων γινόταν με καΐκια που μετέφεραν τα προϊόντα από τα αγκυροβολημένα πλοία στην ξηρά. Από τα παραθαλάσσια χωριά η μεταφορά των εμπορευμάτων προς την Ινέπολη γινόταν πάντα από τη θάλασσα. Τα εμπορεύματα από την Κασταμονή έρχονταν στο λιμάνι της Ινέπολης και από εκεί εξάγονταν προς την Κωνσταντινούπολη ή προς το εξωτερικό. Το κυριότερο εμπόριο διεξαγόταν με την Κωνσταντινούπολη. Πολλά πλοία από ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Αγγλία, η Γαλλία, η Ιταλία, η Γερμανία, αλλά και η Ελλάδα, μετέφεραν προϊόντα από και προς την Ινέπολη.
Οι κυριότερες εξαγωγές του λιμανιού της Ινέπολης ήταν ξυλεία για οικοδομές, δημητριακά, όπιο, κάνναβη, φρούτα, λαχανικά, μαλλί μοχέρ, διάφορα υφάσματα, σίδερο και γιαούρτι. Οι σημαντικότερες εισαγωγές του λιμανιού προέρχονταν από την Κωνσταντινούπολη και συνίσταντο σε λάδι, ελιές, τυριά, ζάχαρη και καφέ.
Οι κυριότερες ασχολίες των κατοίκων ήταν η βιοτεχνία, η γεωργία, το εμπόριο και η αλιεία. Οι χριστιανοί της πόλης στην πλειονότητά τους ήταν έμποροι ή τεχνίτες. Το εμπόριο της Ινέπολης ήταν στα χέρια των κατοίκων της Σινώπης, που λόγω της οικονομικής τους δυνατότητας έκαναν χοντρεμπόριο. Αρκετοί ορθόδοξοι από τα κοντινά χωριά είχαν καταστήματα στην Ινέπολη και καθημερινά μετέβαιναν στην πόλη. Κάθε Παρασκευή γινόταν παζάρι. Οι κάτοικοι των γύρω χωριών έρχονταν στην πόλη μεταφέροντας τα εμπορεύματά τους, κυρίως λαχανικά.
6. Διοίκηση
Το 1867, μετά τη διοικητική αναβάθμιση της Ινέπολης, το ρόλο του διοικητή ανέλαβε ο καϊμακάμης. Οι χριστιανοί ορθόδοξοι του οικισμού λόγω του μικρού αριθμού τους συνεργάζονταν με τα άλλα τέσσερα κοντινά χωριά. Επρόκειτο λοιπόν για πέντε στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους κοινότητες: του Παρθενίου, του Ατζιδόνου, του Καρατζά, της Αγοράς της Ινέπολης και τελευταία του Ασκορδασίου. Η αλληλεγγύη των κοινοτήτων ήταν τόσο μεγάλη, ώστε αυτά τα χωριά θεωρήθηκαν από μερικούς συνοικίες της Ινέπολης. Σε κάθε χωριό υπήρχε σχολείο και εκκλησία. Στην Ινέπολη δενέδρευε χριστιανός μουχτάρης. Στην πόλη υπήρχαν επίσης σχολική και εκκλησιαστική εφορεία, όπου τα μέλη τους οριζόταν από την κοινότητα. Σχετικά με την κοινότητα της Ινέπολης και τις δραστηριότητές της, ακόμα και για τον τρόπο εκλογής των δημογερόντων, δε διαθέτουμε πληροφορίες. Τον 20ό αιώνα στον οικισμό υπήρχε δημαρχείο και ο δήμαρχος πάντα ήταν μουσουλμάνος.
8. Εκκλησία
Η εκκλησία του οικισμού ήταν ο ναός της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού και χτίστηκε στην αγορά το 1909. Πριν συμβεί αυτό, οι ορθόδοξοι κάτοικοι της Ινέπολης εκκλησιάζονταν σε ναούς των κοντινών χωριών, όπως η εκκλησία του Αγίου Βασιλείου του χωριού Παρθενίου, που βρισκόταν σε απόσταση 20 λεπτών από τον οικισμό. Η εκκλησία της Ινέπολης υπαγόταν στη μητρόπολη Νεοκαισαρείας με έδρα τα Κοτύωρα. Ο δεσπότης μία φορά κάθε χρόνο επισκεπτόταν την Ινέπολη. Στο Ασκόρδασι, κοντά στην πόλη, σε απόσταση 40 λεπτών, και συγκεκριμένα στην κορυφή του υψώματος Κερίς Νταγ (Kiriş Dağ), βρισκόταν το μοναστήρι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Το μοναστήρι θεωρούνταν θρησκευτικό κέντρο των πέντε κοινοτήτων Παρθενίου, Ατζιδόνου, Καρατζά, Ασκορδασίου και της Αγοράς της Ινέπολης. Οι διαστάσεις του ναού του ήταν 14 x 11 μέτρα και είχε σχήμα σταυρού. Ήταν χτισμένο από πέτρα και δεν είχε καμπαναριό. Το μοναστήρι διέθετε 20 κελιά, αλλά δεν είχε μόνιμο καλόγερο.
9. Σχολεία
Υπάρχουν πληροφορίες για ύπαρξη ελληνικού σχολείου στην Ινέπολη από το 1868. Μέχρι το 1877 η κοινότητα με δυσκολία διατηρούσε ένα αλληλοδιδακτικό σχολείο που στεγαζόταν σε ένα ετοιμόρροπο σπίτι. Αργότερα οι κάτοικοι κατασκεύασαν καινούριο κτήριο το οποίο χωρίστηκε σε δύο τμήματα, αλληλοδιδακτικό και παρθεναγωγείο που θα ιδρυόταν αργότερα. Έτσι το 1896, σύμφωνα με τις πληροφορίες του Λαζαρίδη, στην Ινέπολη υπήρχαν 2 σχολεία στα οποία δίδασκαν 3 δάσκαλοι και ο αριθμός των μαθητών τους ανερχόταν σε 150. Εκτός από τα σχολεία της Ινέπολης, τα τέσσερα κοντινά χωριά της Ινέπολης επίσης είχαν σχολεία όπου φοιτούσαν αρκετά παιδιά.
Το ανώτερο εκπαιδευτικό ίδρυμα της περιοχής της Ινέπολης βρισκόταν στο Παρθένιο και ονομαζόταν Αστική Κεντρική Σχολή Ινεπόλεως ή Κεντρική Αστική Εμπορική Σχολή. Ιδρύθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα από το μητροπολίτη Νεοκαισαρείας και έπειτα Καισαρείας Αμβρόσιο. Μετά την τέταρτη τάξη του δημοτικού, οι μαθητές πήγαιναν στη σχολή αυτή και φοιτούσαν για επιπλέον τέσσερις τάξεις. Οι καθηγητές της σχολής έρχονταν από την Κωνσταντινούπολη. Στο σχολικό έτος 1910-1911 το διδακτικό πρόγραμμα περιλάμβανε: θρησκευτικά, ελληνικά, μαθηματικά, γεωγραφία, ιστορία, τουρκικά, φυσική και εμπορική. Οι δάσκαλοι ήταν τέσσερις. Οι απόφοιτοι της σχολής μπορούσαν να συνεχίσουν τις σπουδές τους στη Μεγάλη του Γένους Σχολή της Κωνσταντινούπολης ή στην Ανώτατη Σχολή Γλωσσών και Εμπορίου ή στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Η συντήρηση της σχολής γινόταν από τις πέντε αναφερόμενες κοινότητες και με τη χορηγία εύπορων συμπολιτών. Τα βιβλία και το πρόγραμμα της διδασκαλίας έρχονταν από το Πατριαρχείο. Σύμφωνα με μια μαρτυρία, κάποιο χρονικό διάστημα το μάθημα της τουρκικής γλώσσας διδασκόταν από το Χλωρό, γραμματέα του Πατριαρχείου και σύνδεσμό του με την Υψηλή Πύλη.
πηγή : Εγκυκλοπαίδεια μείζονος Ελληνισμού
Η Ινέπολη βρίσκεται στα παράλια του Εύξεινου Πόντου, στα βόρεια της Κασταμονής, σε απόσταση 67 χλμ., και στα δυτικά-νοτιοδυτικά της Σινώπης, σε απόσταση 115 χλμ. Δυτικά από την πόλη περνάει ο ποταμός Ικίτσαϊ (İki Çay). Στα αρχαία χρόνια η πόλη ονομαζόταν Αβωνότειχος ή Αβώνου τείχος ή Ιωνόπολις. Την εποχή της βυζαντινής κυριαρχίας ήταν γνωστή ως Ινόπολις. Μετά την κατάκτηση της περιοχής από τους Τούρκους Candaroğullar, ονομάστηκε İnebolu, ονομασία που διατηρήθηκε έως σήμερα.
2. Διοικητική υπαγωγή
Δε διαθέτουμε ασφαλείς πληροφορίες για τη διοικητική υπαγωγή του οικισμού από την κατάκτησή του από τους Οθωμανούς έως το 19ο αιώνα. Πιθανολογείται ότι ανήκε στο σαντζάκι Κασταμονής. Το 1831 η Ινέπολη ήταν έδρα ομώνυμου καζά. Το 1834 έγινε έδρα του ομώνυμου ναχιγιέ (İnebolu), ο οποίος ανήκε στον καζά Küre. Από το 1867 μετατράπηκε σε έδρα καϊμακαμλικιού που ανήκε στο σαντζάκι Κασταμονής. Στα τέλη του 19ου αιώνα στο καϊμακαμλίκι του İnebolu ανήκαν δύο ναχιγιέδες –Küre και Abana– και 75 χωριά. Το καϊμακαμλίκι της Ινέπολης υπαγόταν στις αρχές του 20ού αιώνα στο μουτεσαριφλίκι της Κασταμονής και αυτό με τη σειρά του στο βιλαέτι Κασταμονής.
3. Ιστορικά και δημογραφικά στοιχεία
Τη βυζαντινή κυριαρχία στην περιοχή τη διαδέχθηκαν πολυάριθμα τουρκικά εμιράτα και κρατίδια, με σημαντικότερα εκείνα των Çobanoğullar και Candaroğullar. Το 1338 η πόλη εντάχθηκε στο οθωμανικό κράτος από το Μουράτ Α΄. Μετά την ήττα των Οθωμανών στη μάχη της Άγκυρας από τον Ταμερλάνο, το 1402, η Ινέπολη εντάχθηκε στο κρατίδιο των İsfengıyaroğullar. Αργότερα όμως επανακτήθηκε από τα οθωμανικά στρατεύματα. Από το 15ο έως το 19ο αιώνα η Ινέπολη φαίνεται πως ήταν ένας οικισμός χωρίς ιδιαίτερη σημασία, ενώ αναπτύχθηκε στα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα λόγω του ότι μετατράπηκε σε λιμάνι της Κασταμονής και ανέλαβε το ρόλο του ανεφοδιασμού της πόλης αυτής από τη θάλασσα.
Στα πρώτα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας στην Ινέπολη κατοικούσαν μουσουλμάνοι και χριστιανοί ορθόδοξοι που ήδη βρίσκονταν εκεί από την εποχή των Candaroğullar. Έως το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα δε διαθέτουμε πληροφορίες για τον αριθμό των κατοίκων ούτε για τη σύνθεση του πληθυσμού του οικισμού.
Το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα στην Ινέπολη κατοικούσαν μουσουλμάνοι, ορθόδοξοι χριστιανοί και Αρμένιοι γρηγοριανοί. Η πλειονότητα των κατοίκων ήταν μουσουλμάνοι, ενώ η μικρότερη πληθυσμιακά κοινότητα ήταν οι Αρμένιοι. Το 1866, σύμφωνα με τα στοιχεία που δίνει ο Τριανταφυλλίδης, στην Ινέπολη υπήρχαν 350 ορθόδοξα νοικοκυριά αλλά, σύμφωνα με άλλη πηγή, το 1896 ο αριθμός των ορθόδοξων οικογενειών ανερχόταν σε 160. Περίπου στην ίδια εποχή ο Şemseddin Sami αναφέρει ότι ο αριθμός των ορθόδοξων κατοίκων ήταν 900 άτομα.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες του Αρχείου Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, στις αρχές του 20ού αιώνα στην Ινέπολη κατοικούσαν μουσουλμάνοι, ορθόδοξοι, Αρμένιοι και Εβραίοι. Οι χριστιανοί ορθόδοξοι κάτοικοι της πόλης δεν ξεπερνούσαν τις 40 με 45 οικογένειες. Η πλειονότητα των κατοίκων ήταν μουσουλμάνοι και η μικρότερη πληθυσμιακή ομάδα οι Εβραίοι με δύο ή τρεις οικογένειες. Πριν από το διωγμό των ελληνορθοδόξων από την Ινέπολη, ο Κοντογιάννης αναφέρει ότι ο συνολικός αριθμός των κατοίκων της πόλης ήταν 8.000, από τους οποίους 3.500 ήταν ελληνορθόδοξοι και 1.200 Αρμένιοι. Ο αριθμός των ορθοδόξων που αναφέρει ο Κοντογιάννης είναι δυσανάλογα μεγάλος και πιθανώς ο συγγραφέας έχει συνυπολογίσει και τους κατοίκους των κοντινών ορθόδοξων χωριών. Για την ίδια εποχή άλλη πηγή αναφέρει 317 ορθόδοξους κατοίκους στην Ινέπολη.
Δε γνωρίζουμε από πότε εγκαταστάθηκαν οι Αρμένιοι στην Ινέπολη, αλλά ήδη βρίσκονταν εκεί στα μέσα του 19ου αιώνα. Επίσης στις οθωμανικές καταγραφές του 19ου αιώνα δεν αναφέρεται η ύπαρξη εβραϊκών οικογενειών, κάτι που σημαίνει ότι οι Εβραίοι εγκαταστάθηκαν στον οικισμό τον 20ό αιώνα. Στην Ινέπολη, εκτός από τους ντόπιους ορθόδοξους κατοίκους, υπήρχαν και ορθόδοξοι που κατάγονταν από τα γύρω χωριά και από άλλες πόλεις όπως τη Σινώπη, την Καισάρεια και την Τραπεζούντα. Αυτοί προφανώς εγκαταστάθηκαν στον οικισμό μετά την οικονομική ακμή του το 19ο αιώνα. Η γλώσσα των ορθόδοξων χριστιανών κατοίκων του οικισμού ήταν η ελληνική, αλλά χρησιμοποιούσαν πολλά στοιχεία της τουρκικής.
Τον 20ό αιώνα οι ορθόδοξοι κάτοικοι της πόλης υπέστησαν δύο εκδιώξεις. Ο πρώτος διωγμός έγινε το 1915, όταν ο ορθόδοξος πληθυσμός εκτοπίστηκε σε διάφορες πόλεις του σαντζακιού Κασταμονής. Αργότερα, μετά την ανακωχή του 1918, μερικοί επέστρεψαν στον οικισμό, όπου συνάντησαν καμένα και λεηλατημένα σπίτια και καταστήματα. Για την ανέγερση των οικιών και καταστημάτων έδωσαν χρήματα ο σύλλογος των ορθοδόξων της Ινέπολης με έδρα την Κωνσταντινούπολη, το Οικουμενικό Πατριαρχείο και ο Αμερικανικός Ερυθρός Σταυρός. Στις 21 Ιουλίου 1920 έγινε ο δεύτερος και καθοριστικός διωγμός των ορθοδόξων, κατά τον οποίο εκδιώχθηκαν περίπου 296 άτομα. Αυτοί οδηγήθηκαν προς το εσωτερικό της Μικράς Ασίας και αργότερα, μετά την υπογραφή της συνθήκης της Λωζάννης στα τέλη του 1923, μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα.
4. Αστική δομή
Δεν υπάρχουν πληροφορίες σχετικά με τη δομή της Ινέπολης από την εποχή της κατάκτησής της από τους Οθωμανούς έως τον 20ό αιώνα. Κατά τα τελευταία χρόνια, οι χριστιανοί ορθόδοξοι ζούσαν σε αμιγείς αλλά και σε μεικτές συνοικίες. Σε αρχοντική μουσουλμανική συνοικία της Ινέπολης, το Χατούπ αγά, ζούσαν 2 με 3 ορθόδοξες οικογένειες. Σε άλλη συνοικία, που βρισκόταν στο κέντρο της αγοράς, μάλλον με την ονομασία «Αγορά», η πλειονότητα των κατοίκων ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι. Σε μια μεικτή συνοικία στο ύψωμα του φάρου, μια προνομιούχα θέση, κατοικούσαν ορθόδοξοι και Αρμένιοι. Στο Τεχπόι βρισκόταν ο στρατώνας και εκεί υπήρχαν περίπου 50 σπίτια. Σε άλλες συνοικίες κατοικούσαν μουσουλμάνοι και ελάχιστοι χριστιανοί ορθόδοξοι. Στην Ινέπολη υπήρχαν 4 χαμάμ που ανήκαν στους μουσουλμάνους, 3 τζαμιά, μια ορθόδοξη εκκλησία, δύο σχολεία των ορθοδόξων, μουσουλμανικά σχολεία και χάνια. Από τα χάνια μόνο το ένα ήταν ελληνικής ιδιοκτησίας, του Αγίου Βασιλείου στο χωριό Παρθένιο. Ήταν διώροφο, στο ισόγειο υπήρχαν καταστήματα, στον όροφο δωμάτια και δε διάθετε χώρο για ζώα.
5. Οικονομία
Η οικονομική ακμή της Ινέπολης ξεκίνησε το 19ο αιώνα, όταν έγινε σημαντικό λιμάνι επειδή από αυτό ανεφοδιαζόταν η Κασταμονή. Η ανάπτυξη του οικισμού συγκέντρωσε πληθυσμό από άλλες περιοχές. Το λιμάνι της Ινέπολης ήταν αβαθές. Για το λόγο αυτό η φορτοεκφόρτωση των προϊόντων γινόταν με καΐκια που μετέφεραν τα προϊόντα από τα αγκυροβολημένα πλοία στην ξηρά. Από τα παραθαλάσσια χωριά η μεταφορά των εμπορευμάτων προς την Ινέπολη γινόταν πάντα από τη θάλασσα. Τα εμπορεύματα από την Κασταμονή έρχονταν στο λιμάνι της Ινέπολης και από εκεί εξάγονταν προς την Κωνσταντινούπολη ή προς το εξωτερικό. Το κυριότερο εμπόριο διεξαγόταν με την Κωνσταντινούπολη. Πολλά πλοία από ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Αγγλία, η Γαλλία, η Ιταλία, η Γερμανία, αλλά και η Ελλάδα, μετέφεραν προϊόντα από και προς την Ινέπολη.
Οι κυριότερες εξαγωγές του λιμανιού της Ινέπολης ήταν ξυλεία για οικοδομές, δημητριακά, όπιο, κάνναβη, φρούτα, λαχανικά, μαλλί μοχέρ, διάφορα υφάσματα, σίδερο και γιαούρτι. Οι σημαντικότερες εισαγωγές του λιμανιού προέρχονταν από την Κωνσταντινούπολη και συνίσταντο σε λάδι, ελιές, τυριά, ζάχαρη και καφέ.
Οι κυριότερες ασχολίες των κατοίκων ήταν η βιοτεχνία, η γεωργία, το εμπόριο και η αλιεία. Οι χριστιανοί της πόλης στην πλειονότητά τους ήταν έμποροι ή τεχνίτες. Το εμπόριο της Ινέπολης ήταν στα χέρια των κατοίκων της Σινώπης, που λόγω της οικονομικής τους δυνατότητας έκαναν χοντρεμπόριο. Αρκετοί ορθόδοξοι από τα κοντινά χωριά είχαν καταστήματα στην Ινέπολη και καθημερινά μετέβαιναν στην πόλη. Κάθε Παρασκευή γινόταν παζάρι. Οι κάτοικοι των γύρω χωριών έρχονταν στην πόλη μεταφέροντας τα εμπορεύματά τους, κυρίως λαχανικά.
6. Διοίκηση
Το 1867, μετά τη διοικητική αναβάθμιση της Ινέπολης, το ρόλο του διοικητή ανέλαβε ο καϊμακάμης. Οι χριστιανοί ορθόδοξοι του οικισμού λόγω του μικρού αριθμού τους συνεργάζονταν με τα άλλα τέσσερα κοντινά χωριά. Επρόκειτο λοιπόν για πέντε στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους κοινότητες: του Παρθενίου, του Ατζιδόνου, του Καρατζά, της Αγοράς της Ινέπολης και τελευταία του Ασκορδασίου. Η αλληλεγγύη των κοινοτήτων ήταν τόσο μεγάλη, ώστε αυτά τα χωριά θεωρήθηκαν από μερικούς συνοικίες της Ινέπολης. Σε κάθε χωριό υπήρχε σχολείο και εκκλησία. Στην Ινέπολη δενέδρευε χριστιανός μουχτάρης. Στην πόλη υπήρχαν επίσης σχολική και εκκλησιαστική εφορεία, όπου τα μέλη τους οριζόταν από την κοινότητα. Σχετικά με την κοινότητα της Ινέπολης και τις δραστηριότητές της, ακόμα και για τον τρόπο εκλογής των δημογερόντων, δε διαθέτουμε πληροφορίες. Τον 20ό αιώνα στον οικισμό υπήρχε δημαρχείο και ο δήμαρχος πάντα ήταν μουσουλμάνος.
8. Εκκλησία
Η εκκλησία του οικισμού ήταν ο ναός της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού και χτίστηκε στην αγορά το 1909. Πριν συμβεί αυτό, οι ορθόδοξοι κάτοικοι της Ινέπολης εκκλησιάζονταν σε ναούς των κοντινών χωριών, όπως η εκκλησία του Αγίου Βασιλείου του χωριού Παρθενίου, που βρισκόταν σε απόσταση 20 λεπτών από τον οικισμό. Η εκκλησία της Ινέπολης υπαγόταν στη μητρόπολη Νεοκαισαρείας με έδρα τα Κοτύωρα. Ο δεσπότης μία φορά κάθε χρόνο επισκεπτόταν την Ινέπολη. Στο Ασκόρδασι, κοντά στην πόλη, σε απόσταση 40 λεπτών, και συγκεκριμένα στην κορυφή του υψώματος Κερίς Νταγ (Kiriş Dağ), βρισκόταν το μοναστήρι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Το μοναστήρι θεωρούνταν θρησκευτικό κέντρο των πέντε κοινοτήτων Παρθενίου, Ατζιδόνου, Καρατζά, Ασκορδασίου και της Αγοράς της Ινέπολης. Οι διαστάσεις του ναού του ήταν 14 x 11 μέτρα και είχε σχήμα σταυρού. Ήταν χτισμένο από πέτρα και δεν είχε καμπαναριό. Το μοναστήρι διέθετε 20 κελιά, αλλά δεν είχε μόνιμο καλόγερο.
9. Σχολεία
Υπάρχουν πληροφορίες για ύπαρξη ελληνικού σχολείου στην Ινέπολη από το 1868. Μέχρι το 1877 η κοινότητα με δυσκολία διατηρούσε ένα αλληλοδιδακτικό σχολείο που στεγαζόταν σε ένα ετοιμόρροπο σπίτι. Αργότερα οι κάτοικοι κατασκεύασαν καινούριο κτήριο το οποίο χωρίστηκε σε δύο τμήματα, αλληλοδιδακτικό και παρθεναγωγείο που θα ιδρυόταν αργότερα. Έτσι το 1896, σύμφωνα με τις πληροφορίες του Λαζαρίδη, στην Ινέπολη υπήρχαν 2 σχολεία στα οποία δίδασκαν 3 δάσκαλοι και ο αριθμός των μαθητών τους ανερχόταν σε 150. Εκτός από τα σχολεία της Ινέπολης, τα τέσσερα κοντινά χωριά της Ινέπολης επίσης είχαν σχολεία όπου φοιτούσαν αρκετά παιδιά.
Το ανώτερο εκπαιδευτικό ίδρυμα της περιοχής της Ινέπολης βρισκόταν στο Παρθένιο και ονομαζόταν Αστική Κεντρική Σχολή Ινεπόλεως ή Κεντρική Αστική Εμπορική Σχολή. Ιδρύθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα από το μητροπολίτη Νεοκαισαρείας και έπειτα Καισαρείας Αμβρόσιο. Μετά την τέταρτη τάξη του δημοτικού, οι μαθητές πήγαιναν στη σχολή αυτή και φοιτούσαν για επιπλέον τέσσερις τάξεις. Οι καθηγητές της σχολής έρχονταν από την Κωνσταντινούπολη. Στο σχολικό έτος 1910-1911 το διδακτικό πρόγραμμα περιλάμβανε: θρησκευτικά, ελληνικά, μαθηματικά, γεωγραφία, ιστορία, τουρκικά, φυσική και εμπορική. Οι δάσκαλοι ήταν τέσσερις. Οι απόφοιτοι της σχολής μπορούσαν να συνεχίσουν τις σπουδές τους στη Μεγάλη του Γένους Σχολή της Κωνσταντινούπολης ή στην Ανώτατη Σχολή Γλωσσών και Εμπορίου ή στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Η συντήρηση της σχολής γινόταν από τις πέντε αναφερόμενες κοινότητες και με τη χορηγία εύπορων συμπολιτών. Τα βιβλία και το πρόγραμμα της διδασκαλίας έρχονταν από το Πατριαρχείο. Σύμφωνα με μια μαρτυρία, κάποιο χρονικό διάστημα το μάθημα της τουρκικής γλώσσας διδασκόταν από το Χλωρό, γραμματέα του Πατριαρχείου και σύνδεσμό του με την Υψηλή Πύλη.
πηγή : Εγκυκλοπαίδεια μείζονος Ελληνισμού
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



























